ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η αγένεια κοστίζει στις επιχειρήσεις

Πολλοί οργανισμοί είναι σήμερα σε θέση να «φιλτράρουν» το εργασιακό περιβάλλον τους από την αγένεια. Γιατί έχει αποδειχθεί ότι τους κοστίζει οικονομικά. Σύμφωνα με τις καθηγήτριες αμερικανικών πανεπιστήμιων Christine Porath και Christine Pearson και συγγραφείς του βιβλίου «The Cost of Bad Behaviour: How Incivility is Damaging Your Business and What to Do About It», που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο 2009, το κόστος της αγενούς και καταχρηστικής συμπεριφοράς ανέρχεται σε 300 δισεκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας της μείωσης της παραγωγικότητας, του άγχους που επηρεάζει την απόδοση και λόγω της απώλειας εργαζομένων που απωθούνται προς άλλα εργασιακά περιβάλλοντα.

Σύμφωνα με την έρευνα που διεξήγαγαν οι δύο καθηγήτριες προέκυψε ότι οι οκτώ στους δέκα εργαζόμενους που δέχθηκαν ύβρεις είτε επιθετική συμπεριφορά έχασαν εργάσιμο χρόνο εξαιτίας του επεισοδίου αυτού, ενώ άλλοι -με την ίδια σχεδόν συχνότητα- ένιωσαν να υποχωρεί η δέσμευσή τους προς την εταιρεία τους. Θύματα, ωστόσο, της κακής συμπεριφοράς γίνονται και οι μάρτυρες τέτοιων επεισοδίων. Αν τύχει μάλιστα να είναι πελάτες «κατά πενήντα τοις εκατό είναι βέβαιο ότι δεν θα επανέλθουν πλέον στην ίδια εταιρεία».

Είναι γνωστό επίσης ότι η κακή συμπεριφορά στέκει εμπόδιο και στην ανάπτυξη της σταδιοδρομίας του εργαζόμενου. Το 95% των ανώτατων στελεχών που ερωτήθηκαν απήντησαν ότι η καλή συμπεριφορά είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την προώθηση ενός εργαζόμενου ενώ τα δυο τρίτα τη χαρακτήρισαν ως «άκρως σημαντική».

Ωστόσο, η άλλη όψη του προβλήματος είναι και εκείνοι που ανέχονται αγενείς συμπεριφορές. Ως καλό παράδειγμα οι συγγραφείς αναφέρουν την Cisco Systems η οποία αφού υπολόγισε ότι η αγένεια τής στοίχιζε οκτώ εκατομμύρια δολάρια ετησίως, έθεσε σε εφαρμογή -σε παγκόσμια εμβέλεια- ένα πρόγραμμα προώθησης ευγενούς συμπεριφοράς, με βάση τις δικές τους υποδείξεις για τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος.

Οι υποδείξεις ορίζουν ως πρώτο βήμα ότι πρέπει να αναγνωρίζεται το προσωπικό κόστος εκείνων που δέχονται την κακή συμπεριφορά, όπως και οι ευρύτερες επιπτώσεις στον εργασιακό χώρο. Τις καταγεγραμμένες συμπεριφορές που δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές οφείλουν να τις ενστερνίζονται και να επιβλέπουν την αποφυγή τους πρώτοι οι μάνατζερ και τα στελέχη. «Ολα αρχίζουν από την κορυφή. Γιατί η ευγένεια είναι σαν μια κλωστή. Οταν σπάσει κάπου, ακόμη και τα καλά στελέχη θα εμπλακούν, οπότε η ζημιά για την εταιρεία θα είναι μεγάλη και μακροπρόθεσμη» καταλήγουν οι συγγραφείς.

Οι κακοί τρόποι συμπεριφοράς των στελεχών και η αγένεια στους εργασιακούς χώρους πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν μεταδοτική ασθένεια λένε όσοι γνωρίζουν ότι ο θυμός, η οργή, η απέχθεια και η περιφρόνηση που προκαλείται εξαπλώνεται ταχύτατα. Οι ερευνητές αποκαλούν το φαινόμενο αυτό «συναισθηματική μόλυνση». Γιατί όταν κάποιος συμπεριφέρεται επιθετικά και περιφρονητικά τότε και οι γύρω του, του απαντούν με τον ίδιο τρόπο. Οπότε ο φαύλος κύκλος που δημιουργείται έχει αποτέλεσμα ένα μεγάλο κενό ευγένειας.

Σημειώνεται ότι εταιρείες των Fortune 100 που επανειλημμένα έχουν διακριθεί ως «εργασιακοί χώροι επιλογής» δημοσιοποιούν τις σχετικές αρχές τους και, ασφαλώς, τις εφαρμόζουν στην πράξη με «χρυσό κανόνα» την μη ανοχή τους είτε την απαλλαγή τους από «άτομα μπελάδες» στο περιβάλλον τους. Τα στελέχη εκείνα που είναι επιφορτισμένα με την ευθύνη της δημιουργίας ενός πολιτισμένου εργασιακού περιβάλλοντος, θα πρέπει να καταπολεμήσουν το πρόβλημα γενικότερα με τις κατάλληλες πρακτικές οι οποίες και να προβλέπουν ότι για την κάθε βλαπτική συμπεριφορά ο προσβάλλων θα ζητά αμέσως συγγνώμη και ότι θα αποδεχθεί να καταβάλει προσπάθεια ώστε να αλλάξει τον τρόπο συμπεριφοράς του. Οσο για εκείνους που θα υποτροπιάζουν, ούτε να τους συγχωρούν αλλά ούτε και να τους αγνοούν – απλώς θα αποχωρούν.