ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι προκλήσεις της ποντοπόρου ναυτιλίας

Ο κλάδος της ποντοπόρου ναυτιλίας παρουσίασε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, υπό το βάρος της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ακραία μεταβλητότητα διανύοντας, σε διάστημα μόλις 6 μηνών, την απόσταση μεταξύ ενός ιστορικoύ υψηλού στις τιμές των σύνθετων ναύλων (Ιούνιος 2008) και ενός χαμηλού 12ετίας (Δεκέμβριος 2008).

Αυτά σημειώνει σε μελέτη της η Εθνική Τράπεζα, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν τόσο την κάμψη της διεθνούς ζήτησης για ναυτιλιακές υπηρεσίες – με εξαίρεση την Κίνα – όσο και την αβεβαιότητα αναφορικά με την επίδραση της εισόδου στην αγορά ενός εξαιρετικά υψηλού αριθμού νεότευκτων πλοίων εξαιτίας του πρωτόγνωρου επιπέδου παραγγελιών κατά την τελευταία διετία, καθώς και τις δυσκολίες χρηματοδότησης λόγω έλλειψης ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Προοπτικές

Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) επιχειρεί να αξιολογήσει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του κλάδου – μέσα σε ένα εξαιρετικά ευμετάβλητο περιβάλλον – δεδομένου του υψηλού επιπέδου παραγγελιών πλοίων, καθώς και την επίδραση του κλάδου στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η επιβεβλημένη άσκηση μιας επιθετικής πολιτικής αναφορικά με τις ακυρώσεις και αποσύρσεις πλοίων θα επιτρέψει την εξισορρόπηση της αγοράς και τη διαμόρφωση των ναύλων σε αποδεκτά επίπεδα, μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο κλάδος της ποντοπόρου ναυτιλίας βίωσε τα τελευταία χρόνια τον εντυπωσιακότερο ανοδικό κύκλο στην πρόσφατη ιστορία του ο οποίος κορυφώθηκε με το ιστορικά υψηλό επίπεδο ναύλων στη αγορά ξηρού φορτίου που σημειώθηκε τον Ιούνιο του 2008 (400% πάνω από το 10ετή του μέσο όρο).

Κύριοι παράγοντες που συνετέλεσαν σε αυτή την πρωτόγνωρη άνθηση -ιδιαίτερα στην αγορά ξηρού φορτίου- ήταν οι ισχυροί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης παγκοσμίως, η ενίσχυση του ρόλου των αναδυομένων αγορών και ιδιαίτερα η ακόρεστη ζήτηση της Κίνας για πρώτες ύλες, σε συνδυασμό με τη σχετική έλλειψη διαθέσιμης χωρητικότητας ώθησαν του ναύλους (ιδιαίτερα στην αγορά ξηρού φορτίου) σε πρωτόγνωρα επίπεδα.

Οπως σημειώνει η Εθνική Τράπεζα, η αγορά επέδειξε αξιοσημείωτο δυναμισμό έως τα μέσα του 2008 (περίπου 1 χρόνο μετά την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσης) υποστηριζόμενη από τις αντοχές των αναδυομένων αγορών και τη συνεχιζόμενη υστέρηση στη διαθεσιμότητα νέων πλοίων.

Η κλιμάκωση όμως της διεθνούς οικονομικής κρίσης κατά το γ’ τρίμηνο του 2009 συμπαρέσυρε στη δίνη της ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία, συρρικνώνοντας δραματικά το διεθνές εμπόριο και ωθώντας τις τιμές των ναύλων σε ελεύθερη πτώση της τάξης του 93%, το Δεκέμβριο του 2008, από τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα που είχαν φθάσει έξι μήνες νωρίτερα.

Η πτώση οξύνθηκε από το γεγονός ότι από το 2006 έως και τα μέσα του 2008 οι πλοιοκτήτες ενθαρρυμένοι από την ισχυρή δυναμική της ζήτησης προέβησαν σε ένα πρωτόγνωρο σε μέγεθος πρόγραμμα παραγγελιών κατασκευής νέων πλοίων – με αναμενόμενο διάστημα παράδοσης των πλοίων την τριετία 2009-2011, το οποίο ανήλθε στο 63% της διαθέσιμης χωρητικότητας του παγκόσμιου στόλου στα τέλη του 2008.

Η Κίνα

Η δυναμική ανάκαμψη της ζήτησης της Κίνας για πρώτες ύλες και κυρίως σιδηρομετάλλευμα, που αποτελεί το κυριότερο εμπόρευμα στις μεταφορές χύδην φορτίου, βελτίωσε σημαντικά την εικόνα της αγοράς, κατά το α’ τρίμηνο του 2009, ωθώντας του ναύλους του ξηρού φορτίου πάνω από τις 4.000 μονάδες τον Ιούνιο, ή 600% υψηλότερα από το χαμηλό του Δεκεμβρίου.

Η Κίνα εκμεταλλευόμενη τη σημαντική διόρθωση στις τιμές των πρώτων υλών και ειδικά των μετάλλων, καθώς και την ώθηση στην εγχώρια ζήτηση από την εφαρμογή ενός ιδιαίτερα δαπανηρού δημοσιονομικού προγράμματος στήριξης της κινεζικής οικονομίας, αύξησε σημαντικά τη ζήτηση για μεταφορική χωρητικότητα, ενθαρρύνοντας την επανασυσσώρευση αποθεμάτων πρώτων υλών και υποκαθιστώντας σε κάποιες περιπτώσεις και την εγχώρια παραγωγή με εισαγωγές.

Κατά συνέπεια, ο ρυθμός συρρίκνωσης του διά θαλάσσης εμπορίου, σε ετήσια βάση, περιορίστηκε περίπου στο μισό από ό,τι εκτιμόταν αρχικά (-4,7% το α’ εξάμηνο του 2009 συγκριτικά με εκτιμήσεις για μείωση της τάξης του 6-7% σε ετήσια βάση).

Η πρόβλεψη

Το υπόδειγμα διεθνούς ζήτησης για διακίνηση εμπορευμάτων της Διεύθυνσης Οικονομικής ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας υποδεικνύει ότι θα απαιτηθούν 2 χρόνια προκειμένου το επίπεδο ζήτησης τόσο στην αγορά ξηρού φορτίου, όσο και πετρελαίου και πετρελαιοειδών να επανέλθει στο μέσο επίπεδο του 2008 με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης της ζήτησης να διαμορφώνεται το 2010 και το 2011 στο 4,9% και στο 7% αντιστοίχως.

Κατά συνέπεια η είσοδος στην αγορά ενός σημαντικού αριθμού νεότευκτων πλοίων δυσχεραίνει την εξισορρόπηση της ναυτιλιακής αγοράς.

Ο περιορισμός της αναμενόμενης χωρητικότητας του παγκόσμιου στόλου, μέσω ακυρώσεων παραγγελιών, αναβολών παραδόσεων νέων πλοίων και διαλύσεων παλαιότερων, αποτελεί το βασικό εξισορροπητικό μηχανισμό για την αγορά την επόμενη διετία.

Συγκρατημένη ανάκαμψη

Οι παραδόσεις νεότευκτων πλοίων κατά το α΄ εξάμηνο του 2009 υστέρησαν σημαντικά του αρχικού προγράμματος, αντανακλώντας τόσο αιτήματα των πλοιοκτητών όσο και αντικειμενικές δυσκολίες υλοποίησης εκ μέρους των ναυπηγείων (λόγω του εξαιρετικά υψηλού φόρτου παραγγελιών τα προηγούμενα χρόνια και τις δυσκολίες εξεύρεσης επαρκούς χρηματοδότησης), με αποτέλεσμα να αμβλυνθούν οι πιέσεις από το σκέλος της προσφοράς (οι εκτιμώμενες παραδόσεις νέων πλοίων στο α΄ εξάμηνο του 2009 αντιστοιχούν μόνο στο 14% των συνολικών αναμενόμενων παραδόσεων για το 2009, σε όρους χωρητικότητας). Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στην εκφόρτωση των πλοίων λόγω της αυξημένης κίνησης στα λιμάνια της Κίνας και η χρήση δεξαμενοπλοίων για αποθήκευση πετρελαίου με σκοπό τη μεταπώλησή του μετά από κάποιο χρονικό διάστημα σε υψηλότερες τιμές, μείωσαν τη διαθέσιμη χωρητικότητα του παγκόσμιου στόλου κατά 5% περίπου, διευκολύνοντας την ανάκαμψη των ναύλων.

Σύμφωνα με την ΕΤΕ, είναι αμφίβολο εάν η ζήτηση από την Κίνα θα διατηρήσει τη δυναμική του α΄ εξαμήνου του 2009, ενώ η ενίσχυση της διεθνούς ζήτησης, υπό το επικρατέστερο σενάριο ήπιας ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας, αναμένεται να είναι συγκρατημένη.

Ακυρώσεις στο 40%

Η χωρητικότητα των, υπό παραγγελία, πλοίων στα τέλη του 2008 υπερέβη το 60% της χωρητικότητας του υφιστάμενου στόλου, προοιωνίζοντας ένα σημαντικό επίπεδο πλεονάζουσας προσφοράς την επόμενη διετία, που θα μπορούσε να ωθήσει τον βαθμό χρησιμοποίησης του στόλου σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, πιέζοντας τους ναύλους ξηρού φορτίου χαμηλότερα από τις 1.500 μονάδες.

Ωστόσο, η ΕΤΕ εκτιμά ότι το συνολικό επίπεδο των ακυρώσεων παραγγελιών θα ανέλθει τελικά στο 40% του συνόλου των παραγγελιών (σε όρους μεταφορικής ικανότητας, περίπου 100 εκατ. dwt – τόνοι καθαρού βάρους) συγκριτικά με ένα τρέχον εκτιμώμενο μέγεθος στόλου της τάξης των 418 εκατ. dwt), αντανακλώντας μια επιβεβλημένη προσαρμογή στις αναμενόμενες συνθήκες ζήτησης, καθώς και την αδυναμία χρηματοδότησης ενός σημαντικού τμήματος των παραγγελιών. Οι ακυρώσεις αυτές σε συνδυασμό με 70 εκατ. dwt διαλύσεων πλοίων ηλικίας άνω των 25 ετών επαρκούν για να επιτρέψουν μια σταδιακή ανάκαμψη του βαθμού χρησιμοποίησης της μεταφορικής χωρητικότητας του στόλου ξηρού φορτίου προς τον 10ετή του μέσο όρο (87%) μέχρι το 2011.

Υπό αυτό το σενάριο, οι τιμές ναύλων ξηρού φορτίου αναμένεται να μειωθούν κάτω από τις 2.000 μονάδες το 2010 και να υπερβούν εκ νέου τις 3.000 μονάδες προς τα τέλη του 2011. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόλυτα ικανοποιητική, δεδομένου του μεγέθους της τρέχουσας ανισορροπίας στην αγορά, επιτρέποντας παράλληλα την κερδοφόρα εκμετάλλευση του στόλου ξηρού φορτίου κατά την ίδια χρονική περίοδο.