ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στις πρώτες θέσεις με τις καλύτερες αποδόσεις, παγκοσμίως, το ελληνικό Χρηματιστήριο

Ολική επαναφορά φέτος για το Χρηματιστήριο της Αθήνας (Χ.Α.), καθώς με την ολοκλήρωση του εννεαμήνου την ερχόμενη Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου, έχει αναρριχηθεί στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως των αγορών με τις καλύτερες αποδόσεις. Ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε ότι το 2008 οι ζημίες του Γενικού Δείκτη είχαν φθάσει το 66%, ενώ φέτος στο εννεάμηνο του 2009 ο Γενικός Δείκτης ενισχύεται 46,17% και από τα χαμηλά του 2009 που ήταν στις 9 Μαρτίου (1.469,41 μονάδες) ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης ενισχύεται 77,72%. Η άνοδος του Γενικού Δείκτη σε επίπεδο κεφαλαιοποίησης μεταφράζεται σε ενίσχυση της χρηματιστηριακής αξίας κατά 26,207 δισ. ευρώ από την αρχή του έτους και 39,855 δισ. ευρώ από τα επίπεδα της 9ης Μαρτίου 2009. Υπενθυμίζουμε ότι για το σύνολο του 2008 είχαν χαθεί 131 δισ. ευρώ από την κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. Στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας ο Γενικός Δείκτης αναρριχήθηκε σε νέα υψηλά έτους στις 2.611,52 μονάδες, επίπεδα που συνάντησε η αγορά για τελευταία φορά στη συνεδρίαση της 7ης Οκτωβρίου 2008. Η εξέλιξη αυτή δείχνει καταρχήν ότι έχουν καλυφθεί οι περισσότερες απώλειες από την άτσαλη και βίαιη έξοδο των hedge funds που σημειωνόταν ακριβώς τέτοιες μέρες το 2008 με την πτώχευση της Lehman Brothers. Ενα άλλο ενδιαφέρον στατιστικό στοιχείο είναι ότι πάνω από το 85% των κεφαλαίων που έχουν προστεθεί στη συνολική κεφαλαιοποίηση έχει διοχετευθεί στις μετοχές του Ftse 20 και ειδικότερα στις τράπεζες και λιγότερο στα βιομηχανικά blue chips. H μονοδιάστατη άνοδος της χρηματιστηριακής αγοράς είναι αποτέλεσμα και των πολλών ταχυτήτων που υπάρχουν σήμερα στο Χ.Α. καθώς οι τίτλοι της υψηλής κεφαλαιοποίησης έχουν απομακρυνθεί από πλευράς ποιοτικών χαρακτηριστικών και εμπορευσιμότητας σε σύγκριση με τη μεσαία και μικρή κεφαλαιοποίηση.

Με την ολοκλήρωση του εννεαμήνου του 2009, θα έχουμε και τις πρώτες εκτιμήσεις των εισηγμένων για το κλείσιμο της τρέχουσας οικονομικής χρήσης. Η εγχώρια επιχειρηματική κοινότητα υποστηρίζει ότι σαφώς οι συνθήκες της αγοράς βελτιώθηκαν ελαφρά όσον αφορά τις παραγγελίες μετά τον Ιούλιο, ωστόσο οι πρόωρες εκλογές φρέναραν τις επόμενες επενδυτικές κινήσεις ενώ και από πλευράς καταναλωτών παρατηρείται στασιμότητα στις καταναλωτικές δαπάνες. Πάντως, το πρώτο θετικό στοιχείο που προέκυψε από τα αποτελέσματα του εξαμήνου είναι η σταθεροποίηση στην πτώση των μεγεθών. Τα αποτελέσματα ήταν λίγο καλύτερα από τις εκτιμήσεις άλλα όχι τόσο καλύτερα από το α΄ τρίμηνο ή το περυσινό εξάμηνο ώστε να δημιουργήσουν πιο δυνατές προσδοκίες. Είναι μάλλον δύσκολο να επαναλάβουν οι εισηγμένες το αντίστοιχο περυσινό δ΄ τρίμηνο όπου είχαν καταγραφεί ζημίες 1,1 δισ. ευρώ.

Το πιθανότερο είναι το γ΄ και το δ΄ τρίμηνο να κινηθούν κάπου ανάμεσα στα 1,2 και 1,7 δισ. ευρώ του α΄ και β΄ φετινού τριμήνου. Επομένως στην καλύτερη περίπτωση η κερδοφορία θα προσεγγίσει τα 6 δισ. ευρώ, στη χειρότερη τα 5,6 δισ. ευρώ για το σύνολο της τρέχουσας οικονομικής χρήσης. Σαν μέγεθος ακόμα και τα 6 δισ. ευρώ όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν επαρκή για μια πολύ υψηλότερη αποτίμηση της αγοράς. Μια καλή θεωρητική προσέγγιση είναι οι λογιστικές αξίες των εταιρειών και ειδικότερα των τραπεζών οι οποίες απέκτησαν και πάλι πιο ισχυρή υπόσταση αφού έχουν ενισχυθεί ή θα ενισχυθούν με φρέσκα κεφάλαια. Επίσης, η συγκρατημένη αισιοδοξία των διοικήσεων των εισηγμένων έχει να κάνει με κάποια καλύτερη εικόνα παραγγελιών στο προσεχές μέλλον αλλά και εναλλακτικών λύσεων σε θέματα αντιμετώπισης της κρίσης. Η κρίση δεν φαίνεται να περιοριστεί μέχρι το τέλος του έτους αλλά θα χρειαστεί και άλλος χρόνος για να υπάρξει πιο ομοιογενής ανάκαμψη και περισσότερη διάχυση της ζήτησης.