ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Περισσότερες επενδύσεις, ακριβότερα τιμολόγια, για καθαρότερη ενέργεια

Περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ακριβότερα τιμολόγια και μεγάλες επενδύσεις θα χρειαστούν γα τη μετάβαση του ενεργειακού τομέα της χώρας σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου το 2050. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα σχετικής μελέτης του IOBE, που παρουσιάστηκε χθες σε ειδική εκδήλωση παρουσία του υπουργού ΠΕΚΑ Γιώργου Παπακωνσταντίνου και φορέων του κλάδου. Κατά τον χαιρετισμό του στην εκδήλωση, ο κ. Παπακωνσταντίνου αναφέρθηκε στις κυβερνητικές παρεμβάσεις για την περαιτέρω αποκρατικοποίηση των δημόσιων ενεργειακών εταιρειών. Σημείωσε ότι η συμμετοχή του Δημοσίου στο ΔΕΣΦΑ θα είναι μειοψηφική μετά την πώληση των μετοχών του, σχεδόν μηδενική στη ΔΕΠΑ, ενώ για τη ΔΕΗ θα υπάρξει συνδυαστική λύση, η οποία θα περιλαμβάνει εξεύρεση στρατηγικού επενδυτή και πώληση θυγατρικών εταιρειών.

Την παρουσίαση της μελέτης του IOBE έκανε ο καθηγητής του ΕΜΠ Παντελής Κάπρος. Σύμφωνα με αυτή, το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή το 2020 πλησιάζει το 40%, ενώ το μερίδιο του λιγνίτη περιορίζεται στο 1/3 το 2020 και στο 10% το 2040 έναντι 60% το 2005. Θα απαιτηθούν σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές δικτύων και σε υποδομές εξισορρόπησης φορτίου στην ηλεκτροπαραγωγή. Παρά την εντυπωσιακή πρόοδο μέχρι το 2020 σχετικά με τις εκπομπές, η τρέχουσα πολιτική δεν επαρκεί για να οδηγηθεί το σύστημα στο απαιτούμενο επίπεδο χαμηλών εκπομπών μετά το 2020. Οι τιμές και το κόστος της ενέργειας αυξάνονται σημαντικά, συγκριτικά με τα σημερινά επίπεδα, κυρίως λόγω των πληρωμών αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών αλλά και λόγω του επιπλέον κόστους των αλλαγών. Η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή είναι τεχνικά εφικτή, και μάλιστα με συμμετοχή στοχαστικών ΑΠΕ άνω του 60%. Το φυσικό αέριο είναι το στρατηγικό καύσιμο της μεσοχρόνιας προοπτικής για την ηλεκτροπαραγωγή, γιατί εξισορροπεί την παραγωγή από ΑΠΕ και έχει χαμηλές εκπομπές ανά παραγόμενη kWh. Παρά τη μείωση του λειτουργικού κόστους, οι δαπάνες εκ μέρους των καταναλωτών για τις ενεργειακές υπηρεσίες θα αυξηθούν εφόσον η εξυπηρέτηση κεφαλαίου συνυπολογιστεί στο κόστος. Επιπλέον οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξηθούν σημαντικά από τα σημερινά επίπεδα, κυρίως έως το 2020, αλλά και μακροχρόνια με βραδύτερους ρυθμούς. Ο κίνδυνος «ενεργειακής φτώχειας» θα είναι πιο αυξημένος στο πλαίσιο της πορείας προς την οικονομία χαμηλών εκπομπών.