ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διευκρινίσεις της ΑΤΕbank για τα stress test

Τα αποτελέσματα του stress test έχουν συνεκτιμήσει την αποπληρωμή προνομιούχων μετοχών ύψους 675 εκατ. ευρώ και τα αποτελέσματα της άσκησης επηρεάστηκαν μόνο κατά το ποσό των 585 εκατ. ευρώ, που είναι το υπόλοιπο της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου που ολοκλήρωσε η ΑΤΕbank. Αυτό διευκρινίζει σε ανακοίνωσή της η διοίκηση της τράπεζας, σημειώνοντας ότι η απόφαση για την αποπληρωμή των προνομιούχων μετοχών λήφθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων στις 29 Απριλίου 2011 στο πλαίσιο της απόφασης για συνολική αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 1,2 εκατ. Η έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος ελήφθη στις 10 Μαΐου 2011 και στον βαθμό που οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης της ΑΤΕbank ελήφθησαν στο διάστημα μεταξύ 1 Ιανουαρίου και 30 Απριλίου 2011 όπως όριζε η αρμόδια ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (ΕΒΑ), στα stress test έχει ληφθεί υπόψη η αποπληρωμή των 675 εκατ. ευρώ προνομιούχων μετοχών ως να είχε συντελεστεί και επομένως τα τελικά αποτελέσματα της άσκησης επηρεάστηκαν μόνο από το ποσό των 585 εκατ. ευρώ. Δεδομένων των ανωτέρω και συμπεριλαμβανομένων των λοιπών ενεργειών που έχει δρομολογήσει η διοίκηση της τράπεζας (απόθεμα προβλέψεων 750 εκατ. και έκδοση ομολόγου μετατρέψιμου σε κοινές μετοχές ύψους 235 εκατ. ευρώ), ο δείκτης κύριων Βασικών Κεφαλαίων (Core Tier I) της ΑΤΕbank στο δυσμενές σενάριο της ΕΒΑ διαμορφώνεται στο 6%, άνω του κατώτατου ορίου 5% που είχε τεθεί στο stress test.

Η ΑΤΕbank καταλήγει η ανακοίνωση, ανεξάρτητα από την άσκηση προσομοίωσης η οποία, αν και θεωρητική είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό τυχόν αδυναμιών σε ακραίες καταστάσεις, κινείται με συγκεκριμένο σχέδιο, που δημιουργεί προοπτική για το μέλλον της, και έχει λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα που τη διασφαλίζουν έναντι μελλοντικών κινδύνων. Εκτός από την επιτυχή αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, που ενίσχυσε τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειάς της (Core Tier I σε 10,7% και συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας 12,1% σε pro-forma 31/3/2011 βάση), η τράπεζα προχωρεί στην υλοποίηση του Προγράμματος Αναδιάρθρωσης, που στοχεύει στη διασφάλιση της μακροχρόνιας κεφαλαιακής της επάρκειας και στον λειτουργικό εκσυγχρονισμό της (Core Tier I σε 12,4% το 2012).