ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ζητούνται έργα προς… επιβίωση εκτός συνόρων

Ως μονόδρομος για την επιβίωσή τους προβάλλει η εκ νέου στροφή των ελληνικών κατασκευαστικών ομίλων στις αγορές του εξωτερικού, καθώς η εγχώρια ύφεση και η ένδεια νέων έργων την τελευταία διετία έχουν αρχίσει να στραγγίζουν και τα τελευταία αποθέματα «λίπους» των εταιρειών. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εισηγμένες που δραστηριοποιούνται στα δημόσια έργα είναι τόσο έντονα τα τελευταία χρόνια, που η λύση της ανάληψης έργων στο εξωτερικό, τώρα που η διεθνής οικονομική κρίση έχει παρέλθει, αποτελεί τη μοναδική επιλογή τους.

Οι όμιλοι

Ο όμιλος Ελλάκτωρ ανέλαβε πρόσφατα ένα νέο έργο στην Ντόχα του Κατάρ. Το έργο αφορά την κατασκευή πύργου που θα στεγάσει τα κεντρικά γραφεία της Διεθνούς Τράπεζας του Κατάρ, με την αξία της σύμβασης να ανέρχεται σε 97 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 50% αφορά το αντικείμενο της Ελλάκτωρ, μιας και συμμετέχει στο έργο σε κοινοπραξία με την εταιρεία RΕDCΟ.

Ο όμιλος αναμένει, σύμφωνα με τα στελέχη του, την υπογραφή πρόσθετων συμβάσεων αξίας πλησίον των 400 εκατ. ευρώ τις επόμενες εβδομάδες, με την πλειονότητα εξ αυτών να αφορούν σε συμβάσεις στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τη διοίκηση της εταιρείας, αυτή την περίοδο πραγματοποιείται πολύ προσεκτική διεκδίκηση έργων σε επιλεγμένες χώρες. Τόσο στη Μέση Ανατολή (Κατάρ, Ομάν, ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία και Κουβέιτ) όσο και σε χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης όπως Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία και Αλβανία, εκτελούνται ήδη σημαντικά έργα. Παράλληλα, αποκαλύπτει ότι στόχος αποτελεί πλέον και η αγορά της Ρωσίας.

Αντίστοιχα, η J&P Αβαξ έχει αυτή τη στιγμή ανεκτέλεστο ύψους 1,7 δισ. ευρώ, με το 41% της αξίας των έργων να αφορά υποδομές στο εξωτερικό. Αξιοποιώντας την τεχνογνωσία της θυγατρικής εταιρείας Αθηνά για έργα λιμενικού κυρίως χαρακτήρα, η εταιρεία κινείται για τη διεκδίκηση νέων συμβάσεων στην Κύπρο και τη Μέση Ανατολή, έχοντας μάλιστα πρόσφατα αναλάβει την επέκταση του λιμένα στο Αμπου Ντάμπι, έργο της τάξεως των 200 εκατ. ευρώ.

Εργα στη Μέση Ανατολή έχει αναλάβει και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, αλλά στάθηκε λιγότερο τυχερή από τους ανταγωνιστές της, καθώς έχει αναπτύξει παρουσία στο Μπαχρέιν και τη Λιβύη, δύο από τις χώρες που μαστίζονται από σοβαρές κοινωνικές ταραχές τους τελευταίους μήνες. Στο πλαίσιο αυτό, η εταιρεία ενίσχυσε τη δραστηριότητά της στο Μπαχρέιν, αναλαμβάνοντας έργα 106 εκατ. ευρώ, ωστόσο αντιμετωπίζει καθυστερήσεις με εργολαβίες που είχε αναλάβει στο παρελθόν. Στη δε Λιβύη είχε συμβολαιοποιήσει έργο 87 εκατ. το οποίο δεν πρόλαβε να ξεκινήσει γιατί άρχισαν οι εχθροπραξίες.

Οι συμβάσεις

Είναι πάντως δεδομένο ότι και οι τρεις μεγάλοι όμιλοι επιχειρούν να τονώσουν το φθίνον ανεκτέλεστο υπόλοιπο των έργων τους με νέες συμβάσεις από το εξωτερικό, έστω κι αν η κερδοφορία των τελευταίων είναι χαμηλότερη απ’ ό,τι στην ελληνική αγορά, λόγω μεγαλύτερου ανταγωνισμού. Είναι χαρακτηριστικό της πτώσης της κατασκευαστικής δραστηριότητας στην Ελλάδα το ότι το ανεκτέλεστο υπόλοιπο της Ελλάκτωρ διαμορφώνεται σε 2,5 δισ. ευρώ, έναντι σχεδόν 5 δισ. ευρώ προ διετίας. Αντίστοιχα, το ανεκτέλεστο της J&P Αβαξ διαμορφώνεται σε 1,7 δισ. ευρώ, έναντι σχεδόν 3 δισ. ευρώ προ ολίγων ετών, ενώ της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ανέρχεται σε 2,1 δισ. ευρώ, σχετικά σταθερό, καθώς η εταιρεία έχει ενισχύσει σημαντικά το αντικείμενό της και με έργα από τον κλάδο της ενέργειας, μέσω της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή.

Μπορεί τα ποσά του ανεκτέλεστου υπόλοιπου έργων των τριών μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων να φαντάζουν τεράστια, μιας και συνολικά πρόκειται για συμβάσεις ύψους 6,5 δισ. ευρώ, ωστόσο, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ετήσιος τζίρος των ομίλων προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ για τον κάθε όμιλο, αντιλαμβάνεται ότι εάν δεν αναληφθούν νέα έργα τα επόμενα δύο χρόνια, ο μηχανισμός παραγωγής έργων των ομίλων θα καταρρεύσει. Με ό,τι κάτι τέτοιο μπορεί να συνεπάγεται για το κομμάτι της απασχόλησης, πέραν όλων των άλλων.

Γιατί δεν υπάρχουν άλλα χρονικά περιθώρια

Η άντληση εσόδων από νέα έργα στο εξωτερικό είναι ζωτικής σημασίας, μιας και στην ελληνική αγορά η εικόνα των δημοσίων έργων είναι αποκαρδιωτική. Πέραν της προφανούς -και εν πολλοίς αντικειμενικής- αδράνειας του υπουργείου Υποδομών, που εδώ και 18 μήνες δεν έχει κατορθώσει να επιλύσει μια σειρά καίριων ζητημάτων που άπτονται της παραγωγής και της ανάθεσης δημοσίων έργων, το πρόβλημα μεγεθύνεται από τις όλο και αυξανόμενες οφειλές του Δημοσίου, που σύμφωνα με φορείς του κλάδου κυμαίνονται μεταξύ 2 και 2,5 δισ. ευρώ. Ετσι, οι μεγάλες εταιρείες δεν έχουν κανένα χρονικό ή άλλο περιθώριο και αναζητούν νέα έργα, όπου κι αν αυτά βρίσκονται. Ωστόσο, από το υπουργείο απαντάται ότι οι απαιτήσεις είναι μάλλον μεγεθυμένες, ενώ γενικότερα το οικονομικό περιβάλλον είναι τέτοιο που δεν επιτρέπει ιδιαίτερα φιλόδοξες πρωτοβουλίες. Οπως συμβαίνει άλλωστε με όλο το επιχειρηματικό περιβάλλον στη χώρα μας αυτή τη στιγμή.