ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μετρώντας τις επιπτώσεις στις τράπεζες

Στο μικροσκόπιο των τεσσάρων μεγάλων ελεγκτικών εταιρειών -KPMG, Ernst & Young, Deloitte και PricewaterhouseCoopers- βρίσκεται η δομή του εθελοντικού προγράμματος ανταλλαγής και επαναγοράς ελληνικών ομολόγων ώστε να αποσαφηνιστεί η λογιστική επίπτωση στα βιβλία των τραπεζών. Επιτελικά στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι η συμφωνία ήταν καλύτερη από ό,τι αναμενόταν και η επίπτωση από τη μετακύλιση των ομολόγων θα είναι περιορισμένη και ήπια. Λογιστικά, η διαφορά μεταξύ μείωσης στην παρούσα αξία που θα γίνει μέσω της συμφωνίας και ενός κουρέματος (haircut) είναι τεράστια, καθώς στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν πολλές δυνατότητες λογιστικών χειρισμών και η απώλεια σε βάθος χρόνου είναι σε μεγάλο βαθμό ανακτήσιμη ενώ στο haircut η απώλεια είναι άμεση και οριστική.

Από το μπουκέτο των 4 εναλλακτικών επιλογών που προσφέρεται μέσω του σχεδίου στις τράπεζες (ανταλλαγή με 30ετή χρηματοοικονομικά εργαλεία χωρίς μείωση ονομαστικής αξίας, ανταλλαγή με μετακύλιση ελληνικών κρατικών ομολόγων σε 30ετή χωρίς μείωση ονομαστικής αξίας και ανταλλαγή με 30ετή και 15ετή ομόλογα με μείωση ονομαστικής αξίας) οι δύο πρώτες αφορούν κυρίως τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες αποτιμούν τα ελληνικά ομόλογα στην ονομαστική αξία, ενώ οι δύο επιλογές που περιλαμβάνουν μείωση της ονομαστικής αξίας είναι σχεδιασμένες κυρίως για τις ξένες τράπεζες οι οποίες αποτιμούν τα ελληνικά ομόλογα σε τρέχουσες τιμές. Για τις ελληνικές τράπεζες η επίπτωση θα ανέλθει στο 21% ενώ αν οι συνθήκες στις αγορές βελτιωθούν ακόμα περισσότερο η επίπτωση θα είναι μικρότερη. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η όποια επίπτωση θα αφορά αποκλειστικά και μόνο το ύψος των ομολόγων που ανταλλάσσονται και όχι το σύνολο της έκθεσης των τραπεζών στο ελληνικό Δημόσιο (κάτι που προέβλεπε το stress test). Επιπρόσθετα μεγάλης σημασίας για τις εγχώριες τράπεζες είναι το γεγονός ότι οι νέοι τίτλοι θα έχουν πλήρη εγγύηση του κεφαλαίου μέσω 30ετών ομολόγων με μηδενικό κουπόνι αξιολόγησης ΑΑΑ. Οι εγχώριες τράπεζες διαθέτουν στα χαρτοφυλάκιά τους ελληνικά ομόλογα συνολικής αξίας 45 δισ. ευρώ. Οφελος από την ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων με τίτλους μικρότερης ονομαστικής αξίας (περίπου στο 80%) θα έχουν και οι ξένες τράπεζες οι οποίες σήμερα διακρατούν τα ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκια προς πώληση και αποτιμούν τους ελληνικούς τίτλους στην τρέχουσα αξία (που βρίσκεται στο 60% της ονομαστικής αξίας).

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις ελληνικές τράπεζες οι επιπτώσεις θα καθοριστούν από σειρά παραγόντων (τιμή κτήσης, απομείωσης που τυχόν έχουν ληφθεί) αλλά κυρίως από την πορεία των επιτοκίων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αν οι συνθήκες για τη χώρα βελτιωθούν σημαντικά τους επόμενους μήνες, τότε η επίπτωση θα περιοριστεί δραστικά.

Η επίπτωση ακόμα και του βασικού σεναρίου (21%) είναι κατά πολύ ηπιότερη σε σχέση με τα αποτελέσματα του πανευρωπαϊκού stress test. Η άσκηση προέβλεπε «κούρεμα» (haircut) 15% όχι μόνο για το σύνολο των ελληνικών ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους οι εγχώριες τράπεζες αλλά και τα δάνεια που έχουν χορηγήσει στο ελληνικό Δημόσιο. Το haircut του 15% αφορούσε το σύνολο της έκθεσης των τραπεζών στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η επίπτωση του 21% θα βαρύνει μόνο το ύψος των ομολόγων που θα ανταλλαγούν. Δεδομένου ότι όλες οι εγχώριες τράπεζες, με βάση τις πρωτοβουλίες που ήδη έχουν λάβει αλλά και τις υψηλές γενικές προβλέψεις που έχουν σχηματίσει, εμφάνισαν στο stress test δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας υψηλότερο του ορίου που είχαν θέσει οι ευρωπαϊκές αρχές, η συμμετοχή στο εθελοντικό πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων δεν θα έχει σημαντική επίπτωση στην κεφαλαιακή βάση τους και δεν δημιουργεί άμεση πίεση για αυξήσεις κεφαλαίου. Ωστόσο, μεγάλη πίεση προς την κατεύθυνση αυτή δημιουργεί η ΤτΕ. Στελέχη τραπεζών αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και εκτιμούν ότι οι εξελίξεις στο μέτωπο των συγχωνεύσεων μπορεί να είναι ραγδαίες, καθώς περιορίζεται δραστικά ο κίνδυνος της χώρας και τα stress test μαζί με τη συμφωνία για τη διάσωση της χώρας μας ξεκαθαρίζουν τη λογιστική εικόνα της κάθε τράπεζας.