ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τετραήμερη εργασία εξετάζει ο ΟΤΕ για μείωση του κόστους

Ανεδαφική θεωρείται μια νέα εθελούσια έξοδος στον ΟΤΕ, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει τεθεί στη διαπραγμάτευση της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Και αυτό, αφενός επειδή δεν το επιτρέπει η σχετική εθνική νομοθεσία, αφετέρου επειδή απαγορεύεται και από το Μνημόνιο της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα. ΕΔτσι η διοίκηση του ΟΤΕ πλέον προσανατολίζεται σε πιο άμεσα μέτρα μείωσης του λειτουργικού κόστους, όπως η εφαρμογή της εκ περιτροπής εργασίας με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών. Ουσιαστικός στόχος, σύμφωνα με πληροφορίες, είναι η εφαρμογή στον ΟΤΕ της εβδομάδας τεσσάρων εργάσιμων ημερών. Αν συμβεί αυτό θα είναι η πρώτη φορά που μια μεγάλη επιχείρηση εφαρμόζει το συγκεκριμένο μέτρο στην Ελλάδα.

Το θέμα ήδη έχει θέσει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ κ. Μιχ. Τσαμάζ στη διοίκηση της ΟΜΕ-ΟΤΕ μέσω επιστολής. Η εκ περιτροπής εργασία σύμφωνα με τις ασκήσεις που έχουν γίνει στον ΟΤΕ θα οδηγήσει σε μείωση του μισθοδοτικού κόστους κατά 15% έως 20% και μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό είναι 8 – 10 φορές μεγαλύτερο από την εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται από μια θεωρητική άρση των χρονοεπιδομάτων (ωριμάνσεις) που εκτιμάται ότι θα εξοικονομήσουν περί τα 12 εκατ. ευρώ ετησίως.

Πάντως ακόμη και η εξοικονόμηση που θα μπορούσε να επιφέρει η εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας στον ΟΤΕ δεν καλύπτει τον στόχο της διοίκησης για τη μείωση του μισθοδοτικού κόστους. Ο στόχος αφορά 300 εκατ. ευρώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ωστόσο, όπως αναφέρουν στελέχη του ΟΤΕ, η εκ περιτροπής εργασία είναι ένα μέσο για την ταχεία αποκλιμάκωσή του.

Η διοίκηση του ΟΤΕ συζητεί ακόμη και την εθελουσία έξοδο στον ΟΤΕ, εφόσον αυτή απελευθερωθεί θεσμικά.

Στο τραπέζι ακόμη παραμένουν ο «Λογαριασμός Νεότητας», ο οποίος μπορεί να εξοικονομήσει 30 εκατ. ευρώ ετησίως, η άρση των χρονοεπιδομάτων κ. ά. Τα όποια μέτρα θα πρέπει να συναποφασιστούν μέχρι τέλος Αυγούστου χωρίς να υπάρχει άλλο περιθώριο συζητήσεων. Το πιο πιθανό είναι ότι οι συνδικαλιστές του ΟΤΕ δεν θα συμφωνήσουν σε ένα τέτοιο πακέτο μέτρων. Στην περίπτωση αυτή η διοίκηση του ΟΤΕ και η Deutsche Telekom ποντάρουν στην πώληση του 5% του οργανισμού κυριότητας ελληνικού Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή, η γερμανική πλευρά θα απαιτήσει η συγκεκριμένη αποκρατικοποίηση να περάσει από το δημόσιο ταμείο που συστάθηκε πρόσφατα και στο οποίο, όσοι οργανισμοί και ΔΕΚΟ εισάγονται σ’ αυτό, παύουν να ισχύουν οποιασδήποτε άλλες ρυθμίσεις, πλην του ν. 2190/1920.