ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στη Shell περνάει το 49% και το μάνατζμεντ της ΕΠΑ Αττικής

Στη Shell θα περιέλθει τελικά το ποσοστό της αμερικανικής εταιρείας Duke Energy στην ΕΠΑ Αττικής. H συμφωνία με την Αγροτική Τράπεζα στην οποία περιήλθαν οι μετοχές της Duke Energy μετά την αποχώρησή της, έναντι μη εξυπηρέτησης αρχικού δανείου 62 εκατ. ευρώ, έχει -σύμφωνα με πληροφορίες- κλείσει και αναμένεται να ανακοινωθεί τις αμέσως επόμενες ημέρες, αφού προηγηθεί η σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ΕΠΑ Αττικής για την επικύρωσή της. Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας, η Shell, η οποία κατέχει σήμερα το 24,5% της ΕΠΑ Αττικής, θα ελέγχει το 49% και θα έχει τον πλήρη έλεγχο του μάνατζμεντ που μέχρι τώρα είχε από κοινού με τον συνεταίρο της Duke Εnergy.

Οι συζητήσεις με την Αγροτική Τράπεζα και τη Shell ξεκίνησαν αμέσως μετά την αποτυχημένη προσπάθεια για τη διάθεση του ποσοστού της Duke μέσω διεθνούς διαγωνισμού που πραγματοποιήθηκε με τη συμβολή και της Deutsche Bank. Μέσω μάλιστα της διαδικασίας αυτής, η Shell προετίθετο να διαθέσει και η ίδια τις μετοχές της, αποχωρώντας από την ΕΠΑ Αττικής στην περίπτωση που βρισκόταν ενδιαφερόμενος στρατηγικός επενδυτής. Οι σχεδιασμοί της εταιρείας άλλαξαν, αφού κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό. Στο τελικό στάδιο του διαγωνισμού κατατέθηκαν μόνο δύο προσφορές, από την εταιρεία M+M (όμιλοι Βαρδινογιάννη και Μυτιληναίου) και τη γερμανική εταιρεία Goldgas, οι οποίες κρίθηκαν ασύμφορες.

Το τίμημα που θα καταβάλει η Shell για την εξαγορά του ποσοστού της Duke δεν έχει γίνει γνωστό, αρμόδιες πηγές πάντως διαβεβαιώνουν ότι είναι σημαντικά υψηλότερο από το τίμημα που προέβλεπαν οι δύο προσφορές που κατατέθηκαν στον διαγωνισμό. Ο έλεγχος στο 49% της ΕΠΑ Αττικής γίνεται μέσω της εταιρείας Attiki Denmark, στην οποία το 51% κατέχει η Duke και το 49% η Shell Gas & Power. Βάσει της σύμβασης με το ελληνικό Δημόσιο, το μάνατζμεντ της εταιρείας θα ασκείται από το 49%, ενώ μέτοχος του 51% παραμένει η ΔΕΠΑ, η οποία εκπροσωπείται στο Δ.Σ. της εταιρείας, χωρίς να συμμετέχει στη καθημερινή διοίκηση. H εξέλιξη κρίνεται ιδιαίτερα θετική τόσο για την ανάπτυξη της εταιρείας που μονοπωλιακά ελέγχει τη λιανική αγορά φυσικού αερίου της Αττικής όσο και για τη ΔΕΠΑ, για την οποία το όλο θέμα αποτελούσε μεγάλη εκκρεμότητα ενόψει της ιδιωτικοποίησής της, αλλά και για την Αγροτική Τράπεζα που θα απεμπλακεί από τη συμμετοχή της σε ένα χαρτοφυλάκιο που δεν συνάδει με τις βασικές της δραστηριότητες.

Σήμερα η ΕΠΑ Αττικής εξυπηρετεί 230.000 οικιακούς καταναλωτές, 5.300 επαγγελματικούς, 400 μεγάλους εμπορικούς και βιομηχανικούς, μέσω ενός δικτύου 3.000 χιλιομέτρων, το οποίο μπορεί να εξυπηρετήσει περίπου 800.000 καταναλωτές. H εταιρεία ανακοίνωσε προσφάτως την αποδέσμευση της τιμολογιακής της πολιτικής από το πετρέλαιο θέρμανσης, λόγω της αύξησης της φορολογίας στο συγκεκριμένο καύσιμο αλλά και της επιβολής για πρώτη φορά ειδικού φόρου κατανάλωσης στο φυσικό αέριο. H εταιρεία από 1ης Οκτωβρίου καταργεί την έκπτωση 18% επί του πετρελαίου θέρμανσης που παρείχε στους πελάτες της και καθιερώνει για πρώτη φορά μια κοστοβαρή τιμολογιακή πολιτική. Οπως επεξηγήθηκε, εάν η εταιρεία διατηρούσε τη σημερινή της πολιτική, να ακολουθεί δηλαδή με τιμή μικρότερη κατά 18% την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, τότε οι οικιακοί καταναλωτές θα επιβαρύνονταν με μεγάλες αυξήσεις στην επόμενη 2ετία, καθώς το Μεσοπρόθεσμο προβλέπει σταδιακή αύξηση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης, από τα 60 ευρώ/χιλιόλιτρο φέτος τον Οκτώβριο στα 330 ευρώ/χιλιόλιτρο το 2013. Για τους επαγγελματίες μάλιστα, οι αυξήσεις θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες, θα ανέρχονταν σε 58%, και θα ίσχυαν άμεσα από φέτος τον Οκτώβριο, καθώς ο νόμος προβλέπει την εξίσωση των φόρων στα ντίζελ κίνησης και θέρμανσης για επαγγελματική χρήση, από τον φετινό χειμώνα. H διοίκηση της ΕΠΑ Αττικής έχει εκφράσει τις ανησυχίες της για τις επιπτώσεις της επιβολής ειδικού φόρου στο φυσικό αέριο στη ζήτηση του καυσίμου, καθώς η δυστοκία των καταναλωτών στην αποπληρωμή λογαριασμών διευρύνεται. Μέσα σε έναν χρόνο οι διακανονισμοί για την αποπληρωμή των λογαριασμών σε δόσεις, που αναγκάζεται να κάνει η ΕΠΑ Αττικής, έχουν αυξηθεί σε ποσοστό 200%. Ενώ πέρυσι τέτοια εποχή οι περιπτώσεις που ζητούσαν ρύθμιση της οφειλής τους σε δόσεις από 6 έως 12 μήνες ανέρχονταν σε 100-200, έχουν φτάσει πλέον στις 500 με 600.