ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στην «εντατική» και οι χρηματιστηριακές εταιρείες

Πριν από 13 χρόνια, το καλοκαίρι του 1999, η «φούσκα» του Χ.Α. είχε προκαλέσει έναν απίστευτο συνωστισμό στις χρηματιστηριακές εταιρείες από χιλιάδες συμπατριώτες μας που προσέτρεχαν να ανοίξουν κωδικό. Μάλιστα υπήρξαν και περιπτώσεις χρηματιστηριακών εταιρειών που είχαν θέσει πλαφόν τις 10.000 δραχμές για να ανοιχθεί ένας κωδικός. Σήμερα η εικόνα του κλάδου είναι εφιαλτική. Με τη χρηματιστηριακή αγορά να θυμίζει ακυβέρνητο πλοίο και τους επενδυτές να αναζητούν σωσίβια σε μετοχές που μπορούν τουλάχιστον να εγγυηθούν ότι δεν θα απολέσουν και τα κεφάλαια που έχουν μέχρι σήμερα διασώσει, ο τζίρος των χρηματιστηριακών έχει κατρακυλήσει σε τέτοια επίπεδα, που πράγματι είναι απορίας άξιον πώς εμφανίζονται ακόμη και σήμερα 74 χρηματιστηριακές να πραγματοποιούν συναλλαγές στην αγορά μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον κλάδο, εκτός της απαξίωσης του χρηματιστηριακού θεσμού, ξεκίνησε όταν οι τράπεζες απορρόφησαν τις θυγατρικές τους και επέφεραν ένα ισχυρό χτύπημα στις ιδιωτικές, αφού μηδένισαν τις προμήθειες. Οι περισσότερες από τις μικρές χρηματιστηριακές δεν μπορούν πλέον να αντεπεξέλθουν στα κόστη λειτουργίας των γραφείων τους, παρά το «λίπος» που είχαν συσσωρεύσει κυρίως τη διετία 2006-2007.

Το Χ.Α. δεν μπορεί να συντηρήσει 74 ΑΧΕΠΕΥ, όταν μάλιστα αυτό το καλοκαίρι ο μέσος ημερήσιος τζίρος δεν ξεπερνά τα 20 εκατ. ευρώ. Οι περισσότερες από τις μικρές χρηματιστηριακές διατηρούνται εν ζωή είτε με πολύ λίγους ιδιώτες πελάτες είτε διότι οι βασικοί μέτοχοι δεν επιθυμούν να τις κλείσουν και συχνά χρηματοδοτούν τη δραστηριότητά τους. Υπενθυμίζονται και τα πολύ χαμηλά επίπεδα στα οποία έχουν διαμορφωθεί οι προμήθειες των ΑΧΕΠΕΥ. Οι πιθανότητες για εξαγορές και συγχωνεύσεις χρηματιστηριακών, που ξεκίνησαν δειλά δειλά στις αρχές του 2011, ανεκόπησαν, αφού η έλλειψη κεφαλαίων δεν ευνοεί τη δημιουργία πιο μεγάλων σχημάτων.

Ο στόχος των χρηματιστηριακών από τη 15η θέση και κάτω είναι κοινός: να μειωθούν τα κόστη καθώς οι ιδιωτικές χρηματιστηριακές κρατούν μόνο τη διαβίβαση εντολών και μεταφέρουν το κοστοβόρο κομμάτι υπηρεσιών, όπως είναι το ταμείο τίτλων και η εκκαθάριση, στις μεγάλες χρηματιστηριακές. Ενα από τα μείζονα θέματα των χρηματιστηριακών εταιρειών ήταν οι «κόκκινοι κωδικοί» που δημιουργήθηκαν το καλοκαίρι της «φούσκας» (1999). Οι περισσότερες ΑΧΕΠΕΥ το θέμα των «κόκκινων κωδικών» το έχουν επιλύσει είτε αξιοποιώντας τον νόμο περί δανεισμού είτε με αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και κλείσιμο εκείνων των παλαιών θέσεων.

Στην καλύτερη θέση βρίσκονται οι οικογενειακές χρηματιστηριακές, αφού απασχολούν λίγο προσωπικό και μπορούν να μειώνουν και να ελέγχουν τις δαπάνες και τα λειτουργικά τους κόστη.

Πάνω από το 40% των εργαζομένων, που είχαν ξεπεράσει τις 5.000 το 1999 στις χρηματιστηριακές εταιρείες, έχει απολυθεί από το 2002 μέχρι και το 2011, εξαιτίας του αναιμικού τζίρου της αγοράς και του μεγάλου αριθμού των εταιρειών του κλάδου. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 2001 οι χρηματιστηριακές εταιρείες ανέρχονταν σε 89 και σήμερα έπειτα από 9 χρόνια ο αριθμός έχει μειωθεί ελάχιστα, στις 74. Σημαντικά μερίδια αγοράς κατέχουν τα remote members (μέλη εξ αποστάσεως) όπως είναι η Citigroup Global Market, η Cheuvreux, η UBS και η Merrill Lynch.