ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Περιζήτητοι» οι Ελληνες μεγαλοκαταθέτες για τους ξένους οίκους

Σε εξέλιξη βρίσκεται ευρωπαϊκή έφοδος στην ελληνική αγορά του asset management. Ορμώμενες κυρίως από Γενεύη και Ζυρίχη, αλλά και άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα, τράπεζες επιχειρούν να αποσπάσουν μερίδια και νέους πελάτες σε μια πίτα η αξία της οποίας, αν και αδιευκρίνιστη, υπολογίζεται σε πολλά δισ. ευρώ.

Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως Ελληνες επιχειρηματίες, εφοπλιστές και παραδοσιακές (old money) οικογένειες που διακρατούν αυξημένη σωρευμένη ρευστότητα και αναζητούν ασφαλείς τοποθετήσεις σε μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα για το φορολογικό καθεστώς, την αυξημένη ανησυχία για την πορεία της χώρας και τη διαχρονική επιδίωξη υψηλών αποδόσεων.

Η «έφοδος» αφορά συγκεκριμένα τις στρατηγικές αποφάσεις που έχουν λάβει κυρίως οι ελβετικές Credit Suisse και UBS με στόχο την αύξηση του χαρτοφυλακίου των χρημάτων που διαχειρίζονται για λογαριασμό των Ελλήνων high net worth individuals (HNWI) και τα οποία ορίζονται ως προσωπικοί ή οικογενειακοί λογαριασμοί που αφορούν ιδιωτικά κεφάλαια άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώ.

Στη «μάχη» που οι συμμετέχοντες στον κλάδο υπογραμμίζουν ότι έχει ξεσπάσει δίνουν το «παρών» και τράπεζες, όπως η γερμανική Deutsche Bank, χρηματοοικονομικές τράπεζες – boutique, όπως η βρετανική Coots, που έχουν αυξημένο εκτόπισμα μεταξύ των Ελλήνων πελατών και έντονη δραστηριότητα στη χώρα, αλλά και αμερικανικοί κολοσσοί, όπως η JP Μοrgan Chase Manhattan, βρετανικοί όπως η Royal Bank of Scotland και η Barclays και γαλλικοί όπως η Credit Αgricole.

Οι μεταγραφές

Ως ενδεικτική κίνηση της αποφασιστικότητας κυρίως των Credit Suisse και UBS να προσελκύουν περισσότερα χρήματα από Ελληνες που τα έχουν ήδη θέσει υπό διαχείριση σε ανταγωνιστές τους, εκτός ή και εντός Ελλάδος, αναφέρεται η «στρατολόγηση» διακεκριμένων Ελλήνων τραπεζιτών τους τελευταίους μήνες.

Συγκεκριμένα, η Credit Suisse ενίσχυσε τη συγκεκριμένη μονάδα της με την πρόσληψη νωρίτερα φέτος κορυφαίου στελέχους ευρωπαϊκής τράπεζας με αυτόνομη παρουσία στην Ελλάδα, ενώ η UBS, λίγο καιρό μετά, ως ένα είδος «απάντησης», προσέλαβε σε επιτελική θέση της συγκεκριμένης αγοράς κορυφαίο στέλεχος μιας εκ των μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών.

Η έμφαση των Ελβετών στους Ελληνες πελάτες και στο asset management γενικότερα αποτελεί μία από τις καθαρά κερδοφόρες δραστηριότητές τους, αφού έχει χαμηλό γι’ αυτές κόστος και πολύ περιορισμένο ρίσκο, αναφέρουν στην «Κ» τραπεζίτες που εμπλέκονται σε αυτήν την αγορά. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο της περαιτέρω ενίσχυσης της κεφαλαιακής τους θέσης, δεδομένης και της έντονα αρνητικής συγκυρίας για το σύνολο των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το γεγονός αυτό χρησιμοποιούν και ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις παρουσιάσεις στους δυνητικούς πελάτες. Ο ανταγωνισμός είναι τόσο έντονος το τελευταίο διάστημα, που στέλεχος ξένης τράπεζας αποκαλύπτει πως «υπάρχουν αρκετοί Ελληνες ιδιώτες με διαθέσιμα κεφάλαια άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ ο καθένας που βάζουν καθημερινά τις ξένες τράπεζες να ανταγωνίζονται μεταξύ τους» ζητώντας υψηλότερες αποδόσεις για να γυρίσουν σε αυτές τις καταθέσεις τους.

Τα προϊόντα

Τα προϊόντα που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των Ελλήνων HNWI είναι:

1) οι fiduciary τοποθετήσεις που προσομοιάζουν στις γνωστές προθεσμιακές,

2) οι dual currency που αφορούν τοποθετήσεις σε δύο νομίσματα, ώστε να εξασφαλίζεται ο κεφαλαιούχος από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις και

3) τα structured ή tailor made προϊόντα, που αποτελούν δομημένα προϊόντα με στοχευμένες αποδόσεις.

Οπως επισημαίνεται, την περίοδο αυτή στις fiduciary τοποθετήσεις προσφέρονται αποδόσεις μεταξύ 0,5% και 2%, ανάλογα με την τράπεζα, το ύψος των κεφαλαίων και τον πελάτη. Στα dual currency προϊόντα οι αποδόσεις λέγεται ότι κυμαίνονται μεταξύ 2% και 5%, ανάλογα με τις παραπάνω παραμέτρους, αλλά και το νόμισμα, ενώ στα δομημένα, όπου και το ρίσκο είναι υψηλότερο, οι αποδόσεις μπορεί να είναι, ενδεικτικά, της τάξης του 5% έως και 10%.

Αξίζει να αναφερθεί πως η Ελλάδα ζήτησε τον Ιούλιο από την ελβετική κυβέρνηση την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεως μεταξύ των δύο χωρών για τη φορολόγηση των καταθέσεων και άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων που διατηρούν Ελληνες στις ελβετικές τράπεζες. Η διαδικασία είχε παγώσει λόγω των εκλογών. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι έχει μπει και στο συρτάρι, καθώς στους στόχους του παρόντος οικονομικού επιτελείου είναι να ξαναβγάλει τον φάκελο από το συρτάρι λίαν συντόμως.

Η ανάγκη για αυξημένα έσοδα του ελληνικού Δημοσίου, ως γνωστόν, είναι αδήριτη και αυτός θα είναι ο κινητήριος μοχλός για να επανέλθει το θέμα στη δημοσιότητα.