ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Υψηλό, αλλά διαχειρίσιμο τραπεζικό άνοιγμα

Μεγάλες μεν, απολύτως διαχειρίσιμες δε, είναι οι ζημίες από το χαρτοφυλάκιο δανείων των τραπεζών. Οπως προκύπτει από την έκθεση της BlackRock, η οποία δημοσιεύτηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) την προηγούμενη εβδομάδα, ακόμα και με το εξαιρετικά δυσμενές σενάριο του οίκου για την εξέλιξη των επισφαλειών, οι μεγάλες τράπεζες διατηρούν αλώβητη την κεφαλαιακή τους βάση.

Το σύνολο των ζημιών πιστωτικού κινδυνου (που πλην της BlackRock περιλαμβάνει επίσης τα δάνεια των θυγατρικών των τραπεζών στο εξωτερικό αλλά και δάνεια σε εταιρρίες του δημόσιου τομέα) διαμορφώνεται για τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες στα 31,36 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μεγάλο νούμερο, όμως οι τράπεζες μπορούν να το αντιμετωπίσουν με άνεση: Κατ’ αρχάς, στα χρόνια της ευφορίας αλλά και κατά την τελευταία δύσκολη τριετία διενήργησαν προβλέψεις ύψους 14,5 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Επιπλέον, σε τουλάχιστον 11,1 δισ. ευρώ εκτιμάται η λειτουργική κερδοφορία των τεσσάρων, για την περίοδο 2012-2014, κέρδη που θα διοχετευθούν για την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων.

Ετσι η καθαρή ζημία από τα «κόκκινα» δάνεια στην Ελλάδα και το εξωτερικό είναι μόλις 5,7 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί στο 2,2% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων. «Η ζημία αυτή δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών καθώς οι τέσσερις συστημικές εξακολουθούν να εμφανίζουν κύρια βασικά ίδια κεφάλαια ύψους 12,25 δισ. ευρώ. Ετσι, για να πιάσουμε τον στόχο της ΤτΕ για ίδια κεφάλαια 15,6 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2014, θα απαιτούνταν συνολικές αυξήσεις κεφαλαίου ύψους 3,4 δισ. ευρώ, που οι μέτοχοι των τραπεζών θα μπορούσαν εύκολα να καλύψουν», εξηγεί στην «Κ» επιτελικό στέλεχος τράπεζας. Ωστόσο, η πραγματική κατάσταση των τραπεζών δεν είναι καθόλου εύκολη. Τα πάντα άλλαξαν με το σχέδιο ανταλλαγής ομολόγων, το περιβόητο PSI+. Από το πρόγραμμα «εθελοντικής» ανταλλαγής ομολόγων οι τέσσερις συστημικές τράπεζες επιβαρύνθηκαν με οριστικές ζημίες ύψους 28,21 δισ. ευρώ. Το πλήγμα αυτό όχι μόνο εξαφάνισε τα κεφάλαια των μετόχων, αλλά σήμερα σχεδόν όλες βρίσκονται με αρνητικά κεφάλαια: θεωρητικά οι μέτοχοι όχι μόνο έχασαν τα λεφτά τους, αλλά…χρωστούν κιόλας. Δεν είναι συμπτωματικό το ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών, ύψους 27,5 δισ. ευρώ, είναι αντίστοιχες των απωλειών με τις οποίες επιβαρύνθηκαν από την αθέτηση του ελληνικού Δημοσίου και τη μη πληρωμή των ομολόγων που είχε εκδώσει.

«Πρόκειται για μια απίστευτη κατάσταση, όπου έρχεται το κράτος και δεν πληρώνει τα ομόλογα που χρωστάει, με αποτέλεσμα να εξανεμίζονται τα κεφάλαια των τραπεζών. Η αθέτηση του Δημοσίου και οι αρνητικές καθαρές θέσεις δημιουργούν την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης, την οποία έρχεται να καλύψει το Δημόσιο με τη διαφορά ότι παίρνει και τον μετοχικό έλεγχο των τραπεζών», υπογραμμίζει στέλεχος τράπεζας.

Αυτό βέβαια δεν δίνει άφεση αμαρτιών στις διοικήσεις των τραπεζών, οι οποίες διατηρούσαν ένα μεγάλο μέρος του ενεργητικού τους (10%) σε ελληνικά ομόλογα παρά την κακή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Μάλιστα, ορισμένες εγχώριες τράπεζες, την περίοδο που οι ευρωπαϊκές τράπεζες μείωναν επιθετικά τις θέσεις τους σε ελληνικά ομόλογα, αύξαναν τις θέσεις τους, θεωρώντας αδιανόητο ένα κράτος–μέλος της Ευρωζώνης να αθετήσει τις υποχρεώσεις του. Αγοράζοντας ομόλογα σε χαμηλότερες τιμές της ονομαστικής τους αξίας, οι τράπεζες «πόνταραν» σε μεγάλα κεφαλαιακά κέρδη μόλις η κατάσταση για την ελληνική οικονομία ομαλοποιούνταν. Ωστόσο, το αδιανόητο συνέβη και ο σφιχτός εναγκαλισμός των τραπεζών με το ελληνικό Δημόσιο οδήγησε στον όλεθρο: στο εννεάμηνο οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες όχι μόνο είχαν απολέσει το σύνολο των κεφαλαίων τους, αλλά η καθαρή θέση (δηλαδή των λεφτά των μετόχων) διαμορφωνόταν στα… -4,5 δισ. ευρώ σε επίπεδο ομίλου.

Για τις επενδύσεις σε ομόλογα, για τα αμαρτωλά δάνεια σε φίλιες δυνάμεις και την καταστρατήγηση των τραπεζικών πρακτικών με σκοπό τα γρήγορα κέρδη θα μπορούσαν να γραφούν πολλά, ωστόσο, όλα αυτά δεν επαρκούν για να ανατρέψουν την πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται από τους αριθμούς: οι τράπεζες δεν χρεοκόπησαν εξαιτίας των «κακών» δανείων αλλά εξαιτίας της αθέτησης του Δημοσίου και της μη αποπληρωμής των ομολόγων που είχε εκδώσει. Ωστόσο, ο εύκολος δρόμος του λαϊκισμού, που εξακολουθεί να κυριαρχεί στη ζωή του τόπου, επιμένει να εμφανίζει τις τράπεζες ως τους μεγάλους θύτες και πολλούς να εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι τα 27 δισ. ευρώ «χαρίζονται» στους τραπεζίτες.