ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η έντονη έλλειψη ρευστότητας καταργεί στην πράξη το άρθρο 99

Η αφαίμαξη της ρευστότητας στις επιχειρήσεις που αδυνατούν πλέον να επιβιώσουν, αφού οι τράπεζες απορρίπτουν σχεδόν καθολικά τα σχέδια αναδιάρθρωσης δανεισμού, καταργεί στην πράξη το άρθρο 99 του πτωχευτικού κώδικα καθώς οι υπερδανεισμένες εταιρείες είναι αντιμέτωπες με το εξής δίλημμα: είτε να παραδώσουν οι ιδιοκτήτες την εταιρεία τους δίνοντας ως ενέχυρο τις μετοχές και το σήμα (brand name) στις πιστώτριες τράπεζες που θα τοποθετήσουν νέα διοίκηση με στόχο την εξυγίανση, είτε να εξαγορασθούν από τους leaders (πρωταθλητές) του κλάδου τους, οι οποίοι όμως θα αποκτήσουν τα υγιή κομμάτια των επιχειρήσεων (δίκτυο, εγκαταστάσεις). Ειδικότερα, η εικόνα στους κλάδους ακτοπλοΐας, ιχθυοκαλλιεργειών, μετάλλου, ενδύματος, είναι απελπιστική. Οπως αποκαλύπτει σήμερα η «Κ», έχουν σχεδόν παγώσει οι αιτήσεις εταιρειών για υπαγωγή στο άρθρο 99, αφού το δεύτερο εξάμηνο του 2013 στο Πρωτοδικείο Αθηνών κατατέθηκαν μόλις 8 αιτήσεις έναντι 46 του πρώτου εξαμήνου του 2013.

Οπως δηλώνουν στην «Κ» οι εκπρόσωποι μεγάλων δικηγορικών γραφείων της Αθήνας που εξειδικεύονται στο πτωχευτικό δίκαιο, «οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων έρχονται στα γραφεία μας και μας αφήνουν ως ενέχυρο περιουσιακά στοιχεία (αυτοκίνητα, σπίτια) αρκεί να μην οδηγηθούν σε προφυλάκιση λόγω των χρεών τους, αφού οι τράπεζες απορρίπτουν τις αιτήσεις για αναδιάρθρωση του δανεισμού τους που δεν συνοδεύονται από επικυρωμένο business plan εγνωσμένης εταιρείας συμβούλων». Οι τράπεζες υπό το βάρος των stress tests που διενήργησε η Black Rock αλλά και των επιτρόπων δεν εγκρίνουν πλέον αναδιαρθρώσεις, ενώ όπως τονίζει δικηγόρος μεγάλου γραφείου στο κέντρο της Αθήνας «ακόμη και αξιόπιστο business plan να καταθέσουμε στις τράπεζες, έχουν αλλάξει οι διευθύνσεις των τμημάτων για τα δάνεια και οι νέοι προϊστάμενοι υπό τον φόβο να βρεθούν υπόλογοι κατ’ αρχάς στους επιτρόπους και αργότερα στη Δικαιοσύνη για παλαιότερα δάνεια στην ίδια εταιρεία δεν υπογράφουν τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης και έτσι οι εταιρείες οδηγούνται στη χρεοκοπία». Οι πληροφορίες της «Κ» αναφέρουν ότι θα αλλάξει ο νόμος της πτωχευτικής διαδικασίας, αφού στόχος του άρθρου 99 ήταν να δοθεί μία τετραετής «ασυλία» στους υπερδανεισμένους επιχειρηματίες, με σκοπό να σώσουν την εταιρεία και τις θέσεις των εργαζομένων.

Οι τράπεζες έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν στην πώληση αρχικά επιχειρηματικών δανείων που είτε τα έχουν διαγράψει είτε έχουν σχηματίσει υψηλές προβλέψεις.

Οι τράπεζες θα ξεκινήσουν τις πωλήσεις από προβληματικά δάνεια χωρίς αξιόλογες εγγυήσεις, έστω και με ζημία, ή από τις περιπτώσεις εταιρειών που μέρος των δανείων έχει ήδη κεφαλαιοποιηθεί, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να έχουν καταστεί μέτοχοι.

Οπως εξηγούν στελέχη εταιρειών με εξειδίκευση στις τραπεζικές αναλύσεις, «δεν μπορεί η τράπεζα να βρεθεί με επιχειρήσεις στην κατοχή της. Δεν είναι η δουλειά της να κάνει τον επιχειρηματία».

Η εντολή που δίνεται από τις πιστώτριες τράπεζες είναι να προχωρήσουν άμεσα στην πώληση βιομηχανικών εγκαταστάσεων ή δικτύων διανομής, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ρευστότητα. Tα πρόσφατα παραδείγματα των εισηγμένων της Fintexport, της Nutriart, της Sprider Stores και της «Πετζετάκις» Βορείου Ελλάδος το 2013 αποτυπώνουν το αρνητικό κλίμα στον επιχειρηματικό κόσμο. Το μήνυμα για το μέλλον των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων έδωσε πρόσφατα ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, μιλώντας στον ΣΕΒ και τονίζοντας τα εξής: «Θα ήταν «ανώφελο και επικίνδυνο» να αφεθούν να λειτουργούν χρόνια αδύναμες, υποκεφαλαιοποιημένες, υπερχρεωμένες επιχειρήσεις». Οπως διευκρίνισε ο διοικητής της ΤτΕ «οι επιχειρήσεις πρέπει να στραφούν σε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης, αφού οι τραπεζικές χορηγήσεις, βραχυχρόνια, θα παραμείνουν περιορισμένες, ενώ δεν πρέπει να επαναληφθούν συνθήκες άπλετης και ενίοτε ελαστικής χρηματοδότησης».

Η πρόταση Σάλλα
Στο ίδιο μήκος κύματος με τον διοικητή της ΤτΕ κ. Προβόπουλο ήταν και ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, που επεσήμανε στην εκδήλωση του ΣΕΒ ότι χρειάζεται επειγόντως να ληφθούν ριζικά μέτρα εξυγίανσης των υπερδανεισμένων επιχειρήσεων, ώστε να διασωθεί ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού της χώρας.

Ειδικότερα, ο κ. Σάλλας πρότεινε τις εξής λύσεις:

– Να θεσμοθετηθούν σύγχρονες διαδικασίες και μέθοδοι αναδιάρθρωσης/εξυγίανσης μεγάλων και μεσαίων κυρίως επιχειρήσεων με πρωτοβουλία των τραπεζών σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών μακράς περιόδου. Αν δοθεί η δυνατότητα στις τράπεζες, υπό προϋποθέσεις βέβαια, να προχωρούν σε αποκατάσταση ή και αναδιαρθρώσεις/εξυγιάνσεις αυτών των επιχειρήσεων μπορεί και οι επιχειρήσεις να αναζωογονηθούν, ώστε και να διασωθούν δραστηριότητες και θέσεις απασχόλησης, αλλά και οι τράπεζες να βελτιώσουν τους δείκτες τους και την ποιότητα του ενεργητικού τους.

– Να βελτιωθεί το φορολογικό καθεστώς που διέπει τη συγκέντρωση κεφαλαίου των επιχειρήσεων, όπως στην περίπτωση εξαγορών, συγχωνεύσεων, απόσχισης κλάδων κ.λπ., ώστε να γίνουν ιδιαίτερα ελκυστικές και να βοηθήσουν την ενεργητική διαχείριση επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

– Να θεσπισθεί ειδικό φορολογικό καθεστώς για εταιρείες χαρτοφυλακίου εισηγμένες σε οργανωμένες αγορές που χρηματοδοτούν μεσομακροπρόθεσμα ή εξυγιαίνουν με κεφάλαιά τους επιχειρήσεις.