ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τζακ Μα: Ο «Φόρεστ Γκαμπ» που ζει το κινεζικό όνειρο

φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο Τζακ Μα γράφει και πάλι ιστορία. Ο δισεκατομμυριούχος Κινέζος επιχειρηματίας αντλεί 34 δισ. δολάρια από την εισαγωγή των μετοχών της Ant Group στα χρηματιστήρια του Χονγκ Κονγκ και της Σαγκάης, καταρρίπτοντας για μία ακόμα φορά το ρεκόρ της μεγαλύτερης δημόσιας εγγραφής στην ιστορία. Με το Bloomberg να υπολογίζει ότι η προσωπική του περιουσία θα αγγίξει σύντομα τα 71,1 δισ. δολάρια, αυτός ο πρώην δάσκαλος αγγλικών που κάποτε δούλευε για 12 δολάρια την ώρα, θα φιγουράρει στην 11η θέση ανάμεσα στους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου. 

Όχι και άσχημα για έναν κακό μαθητή, που «κοβόταν» συνεχώς στις εξετάσεις του στο σχολείο, απορρίφθηκε από όλα τα πανεπιστήμια στα οποία ήθελε να σπουδάσει και είδε 30 διαφορετικές εταιρείες να του κλείνουν την πόρτα στα μούτρα όταν αναζήτησε δουλειά. 

Αυτός ο επίμονος entrepreneur, που παραδέχεται ότι ο αγαπημένος του ήρωας είναι ο διανοητικά καθυστερημένος Φόρεστ Γκαμπ από την ομώνυμη ταινία του Τομ Χανκς, αποτελεί την ενσάρκωση του «κινεζικού ονείρου». Και όμως, ο Μα ήταν προορισμένος να αποτύχει: Είναι κοντός, μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της ταραγμένης Πολιτιστικής Επανάστασης της Κίνας, δεν είχε οικογενειακές διασυνδέσεις ή πτυχίο από κάποιο φημισμένο πανεπιστήμιο, ενώ αποφάσισε να ιδρύσει την εταιρεία ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba το 1999, λίγο πριν από το σκάσιμο της τεχνολογικής φούσκας. 

Όμως η πραγματικότητα είναι ότι ο άνθρωπος που θα γινόταν ο πλουσιότερος Κινέζος διέβλεψε τις τεράστιες προοπτικές του ίντερνετ όταν κανείς δεν μπορούσε να τις φανταστεί. Ο Μα «ανακάλυψε» το διαδίκτυο σε ένα ταξίδι του στο Σιάτλ, το 1995. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά στη ζωή του που άγγιζε πληκτρολόγιο, θα ομολογούσε αργότερα. Η πρώτη του σκέψη ήταν να ψάξει τη λέξη «μπύρα» στο Yahoo, όμως σε μία πιο σοβαρή αναζήτηση, διαπίστωσε ότι το ίντερνετ της εποχής δεν είχε παρά ελάχιστες πληροφορίες για την πατρίδα του. Κάπως έτσι, επέστρεψε στην Κίνα με την ιδέα να ιδρύσει τη δική του online εταιρεία, την «China Pages», δηλαδή μία εκδοχή του «Χρυσού Οδηγού».

«Την ημέρα που συνδεθήκαμε στο δίκτυο, προσκάλεσα μερικούς φίλους και ανθρώπους της τηλεόρασης στο σπίτι μου», θα έλεγε χρόνια αργότερα στους New York Times. «Περιμέναμε 3,5 ώρες για να φορτώσει μισή σελίδα. Ήπιαμε, είδαμε τηλεόραση και παίξαμε χαρτιά όση ώρα περιμέναμε. Αλλά ήμουν τόσο υπερήφανος. Απέδειξα ότι το ίντερνετ υπήρχε», θυμόταν. 

Το βέβαιο είναι ότι μέσω του γίγαντα του e-commerce Alibaba και τώρα της υπερδύναμης του fintech Ant Group, ο Τζακ Μα έβαλε τη δική του σφραγίδα τόσο στο κινεζικό ίντερνετ όσο και στην κινεζική οικονομία, συνδέοντας άρρηκτα το όνομά του με την τελευταία δεκαετία της ευημερίας της χώρας. Οι εταιρείες που ιδρύθηκαν από τον Μα αποτελούν τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της κινεζικής οικονομίας και καθημερινότητας ώστε υπολογίζεται ότι ο μέσος Κινέζος τις χρησιμοποιεί όχι απλά καθημερινά, αλλά ενδεχομένως και κάθε ώρα που περνά. 

Άλλωστε πολλοί Κινέζοι έχουν μήνες να πιάσουν στα χέρια τους μετρητά,  αφού οι περισσότεροι κάνουν όλες τους τις συναλλαγές με το Alipay,  το σύστημα πληρωμών το οποίο ο Μα δημιούργησε για τις ανάγκες του ηλεκτρονικού εμπορίου, αλλά σύντομα μετέτρεψε σε μία αυτόνομη επιχειρηματική αυτοκρατορία, όπως φαίνεται από την τεράστια δημόσια εγγραφή της εταιρείας που το διαχειρίζεται, της Ant Group. Σήμερα, η εταιρεία αυτή δίνει στους Κινέζους τη δυνατότητα να πληρώσουν για ο,τιδήποτε με το απλό πάτημα ενός κουμπιού, να πάρουν γρήγορα ένα μικρό δάνειο ή να κάνουν επενδύσεις με ελάχιστες προμήθειες. 

Ο δραματικός τρόπος με τον οποίο οι εταιρείες του Τζακ Μα άλλαξαν την καθημερινότητα στην Κίνα, οδηγεί τους αναλυτές να του δώσουν μια θέση πλάι στους μεγάλους οραματιστές του Αμερικανικού Επιχειρείν, όπως ο Στιβ Τζομπς, ο Μπιλ Γκέιτς και ο Τζεφ Μπέζος. Για πολλούς, είναι ο Χένρι Φορντ της Κίνας.