ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η κρατικοποίηση και η εκ νέου ιδιωτικοποίηση της Πειραιώς

Η νέα σύνθεση του Δ.Σ. θα οριστεί μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ ΝΕWS

Με παράλληλες διαδικασίες η κυβέρνηση, οι εποπτικές αρχές και η διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς δρομολογούν τις επόμενες κινήσεις για το μέλλον της μετά την απόρριψη από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) του αιτήματος για την πληρωμή των 165 εκατ. ευρώ για το κουπόνι των Cocos με μετρητά ή με μετοχές. 

Η απόφαση του SSM κοινοποιήθηκε στην τράπεζα την Παρασκευή, δίνοντάς της προθεσμία 5 ημερών προκειμένου να υποβάλει τα σχόλιά της. Χθες, η διοίκηση της Πειραιώς ενημέρωσε το διοικητικό της συμβούλιο για τις τελευταίες εξελίξεις ενόψει και της διαδικασίας διαβούλευσης που θα υπάρξει την προσεχή εβδομάδα με τον αρμόδιο εποπτικό μηχανισμό.

Εφόσον η απόφαση του SSM επικυρωθεί από το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 25 Νοεμβρίου, επόμενο βήμα είναι η μετατροπή των Cocos αξίας 2 δισ. ευρώ, που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης του 2015, σε μετοχές. 

Η μετατροπή θα γίνει αυτόματα εντός ενός μήνα από την καταληκτική ημερομηνία για την πληρωμή του κουπονιού, δηλαδή στις 2 Δεκεμβρίου, και θα οδηγήσει στην αύξηση του ποσοστού που διαθέτει σήμερα το Δημόσιο μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) από το 26,4% σε 61,3%. Η μετατροπή θα γίνει στην τιμή των 6 ευρώ ανά μετοχή, με την έκδοση 395 εκατ. μετοχών, προεξοφλώντας την εγγραφή λογιστικής ζημίας, για λογαριασμό του Δημοσίου με βάση την τιμή στην οποία διαπραγματεύεται σήμερα η τράπεζα. Να σημειωθεί ότι η τιμή της μετοχής έκλεισε την Παρασκευή στα 0,705 ευρώ και η κεφαλαιοποίηση της Πειραιώς διαμορφώνεται στα 310 εκατ. ευρώ. 

Η προσωρινή «κρατικοποίηση» της Τράπεζας Πειραιώς αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού που προβλέπει την εξυγίανσή της και παράλληλα την επαναϊδωτικοποίησή της εντός του 2021. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η αύξηση της συμμετοχής του Δημοσίου μέσω του Ταμείου στο 61,3%, δεν θα συνοδευτεί με αύξηση των μελών που διαθέτει το ΤΧΣ στο διοικητικό συμβούλιο της Πειραιώς, πέραν του ενός μέλους που ούτως ή άλλως έχει τοποθετήσει σήμερα. Ο λόγος είναι ότι, κατά την ενδιάμεση κρίσιμη περίοδο έως και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, δεν θα πρέπει να δοθεί αρνητικό μήνυμα στις αγορές ότι η τράπεζα κρατικοποιείται. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η νέα σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου θα οριστεί μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Η διαδικασία της εξυγίανσης προβλέπει την πραγματοποίηση μιας νέας τιτλοποίησης-μαμούθ ύψους 13 δισ. ευρώ, που θα προστεθεί στις δύο τιτλοποιήσεις Phoenix και Vega (5+2 δισ. ευρώ) που έχει δρομολογήσει ήδη η διοίκηση της Πειραιώς. Στόχος η μείωση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων από το σημερινό υψηλό επίπεδο των 22,5 δισ. ευρώ, που είναι το ύψος των NPEs της τράπεζας στην Ελλάδα σε 2 δισ. ευρώ περίπου, χωρίς σε αυτά να περιλαμβάνονται τα τυχόν νέα κόκκινα δάνεια που θα αφήσει πίσω της η σημερινή κρίση της πανδημίας. Σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό των NPEs της Τράπεζας Πειραιώς θα πρέπει να πέσει από το σημερινό 48% σε μονοψήφιο ποσοστό, προκειμένου η τράπεζα να καταστεί ελκυστική και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου από ιδιώτες, να καλυφθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία. Το σχέδιο μετασχηματισμού της προβλέπει επίσης τη σημαντική περικοπή του κόστους κατά 20% τα προσεχή χρόνια με μείωση δικτύου στα 420 καταστήματά εντός του 2021 από 520 σήμερα και άμεση μείωση του αριθμού των υπαλλήλων έως και 1.000 άτομα στο πλαίσιο του προγράμματος εθελουσίας εξόδου που τρέχει έως και τις 18 Νοεμβρίου. 

Η κυβέρνηση θα πρέπει στο μεσοδιάστημα να αλλάξει τον νόμο που διέπει τη λειτουργία του Ταμείου προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στο ΤΧΣ να συμμετέχει σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου όχι μόνο για τη διάσωση των τραπεζών, αλλά και ως επενδυτής έως του ποσοστού που διαθέτει. Στην περίπτωση της Πειραιώς αυτό σημαίνει ότι δεν θα καλύψει όλη την αύξηση, γιατί αυτό θα εθεωρείτο κρατική ενίσχυση και δεν θα έπαιρνε την έγκριση της Κομισιόν. Επίσης, δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, παρά μόνο εάν χρειαστεί. Κυρίως θα λειτουργεί ως εγγύηση για τους ιδιώτες επενδυτές ότι η ΑΜΚ δεν θα αποτύχει.