ΑΠΟΨΗ

Γιάννης Χατζηθεοδοσίου: «Εμβόλιο» ρευστότητας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

giannis-chatzitheodosioy-emvolio-reystotitas-gia-tis-mikromesaies-epicheiriseis-561189271

Υστερα και από το δεύτερο, αναγκαίο πλην ιδιαίτερα επιζήμιο για την οικονομία, «απαγορευτικό», οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις προσδοκούν να είναι σε θέση να επαναλειτουργήσουν τα Χριστούγεννα, οπότε πολλές από αυτές πραγματοποιούν έως και το 40% του τζίρου τους. Εάν όμως δεν καταφέρουν να επαναλειτουργήσουν ούτε κατά τις ημέρες των εορτών, η βλάβη θα είναι πολύ μεγαλύτερη και σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμη, καθώς έχουν συσσωρευτεί χρέη που είναι αδύνατον να εξυπηρετηθούν παρά τη μετάθεση της αποπληρωμής τους για το 2021.

Δεδομένου ότι μία στις δύο επιχειρήσεις απειλείται με «λουκέτο», θεωρούμε αναγκαίο να υπάρξει «κούρεμα» οφειλών διότι, πολύ απλά, χρέη που δεν είναι δυνατόν να πληρωθούν δεν πρόκειται να πληρωθούν. Και πώς αυτό θα ήταν δυνατόν όταν ο τζίρος είναι μηδενικός και οι υποχρεώσεις σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία αυξάνονται; Πώς, δηλαδή, θα δουλέψει για να καταβάλει φόρους, εισφορές, μισθούς, ενοίκιο ένας επιτηδευματίας, από τη στιγμή που δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία των πολιτών; Ως εκ τούτου, η απομείωση των χρεών είναι μονόδρομος για να μη δημιουργηθεί μια νέα γενιά κόκκινων δανείων, αλλά και προκειμένου να μην αναγκαστούν να κατεβάσουν οριστικά ρολά οι επιχειρήσεις.

Με το 60% των 200.000 μελών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών να αντιστοιχεί σε αυτοαπασχολούμενους, ο αγώνας επιβίωσης έχει ανάγκη από μεγαλύτερες «ενέσεις» ρευστότητας, όπως φανερώνει το τεράστιο ενδιαφέρον που συγκεντρώνει από τον κόσμο του επιχειρείν η επιστρεπτέα προκαταβολή. Γι’ αυτό, είναι αναγκαίο να δοθεί σε όλες τις επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολούμενους η δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να αντέξουν την επερχόμενη ύφεση. Κι ενόψει της παροχής νέων ενισχύσεων το 2021, χρειάζεται να αυξηθεί το μη επιστρεπτέο μέρος του ποσού που χορηγείται, ώστε να δοθεί ουσιαστική ανάσα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεδομένου ότι η λήψη περισσότερων δανείων δεν προσφέρει διέξοδο.

Αντιστοίχως, παρότι αποτελεί κάποιας μορφής ελάφρυνση, δεν αποτελεί ολοκληρωμένη λύση η μείωση του ενοικίου της επαγγελματικής στέγης κατά 40%: οι επιχειρήσεις καλούνται να πληρώσουν το υπόλοιπο 60%, τη στιγμή που διαθέτουν μηδενικά έσοδα, έχοντας αναγκαστεί να αναστείλουν τη λειτουργία τους. Ενδεχομένως το πρόβλημα αυτό να ήταν διαχειρίσιμο εάν οι μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες διέθεταν ταμειακά αποθέματα, κάτι που δεν υφίσταται εάν λάβουμε υπόψη ότι η οικονομία «έκλεισε» ήδη μία φορά την περασμένη άνοιξη. 

Οπως και ότι έχουν προηγηθεί δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, που οδήγησαν εκτός αγοράς πολλές επιχειρήσεις. Συνεπώς, απαιτείται να επιδοτηθεί όλο το ενοίκιο για την περίοδο της καραντίνας για κάθε επιχείρηση που κλείνει κατόπιν κρατικής απόφασης.

Εξίσου αναγκαία είναι και η επιδότηση των υφιστάμενων θέσεων εργασίας και η πληρωμή του μισθολογικού και μη κόστους, που θα ελαφρύνει εργαζομένους και επιχειρήσεις. Πρόκειται για ορισμένα μόνο από τα επιπρόσθετα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν, τη στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως σε Γερμανία και Γαλλία, το κράτος έδωσε το μεγαλύτερο ποσοστό του τζίρου που έχασαν οι επιχειρήσεις εξαιτίας του lockdown. 

Σε διαφορετική περίπτωση, ιδίως όταν ξεκινήσει η εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα, περισσότερες από 150.000 μεσαίες, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις θα οδηγηθούν σε «ξαφνικό θάνατο» και οι εργαζόμενοί τους στην ανεργία.
 
* Ο κ. γιάννης Χατζηθεοδοσίου είναι ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.