ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Απάντηση του ομίλου Λάτση για τη Eurobank

apantisi-toy-omiloy-latsi-gia-ti-eurobank-2012796

Αποκρούει τις αιτιάσεις για τη στάση του στο ζήτημα της ανακεφαλαιοποίησης της Eurobank ο όμιλος Λάτση. Σε μακροσκελή ανακοίνωση υπογραμμίζεται ότι: η οικογένεια Λάτση απώλεσε το σύνολο της επένδυσής της στην Eurobank ύψους 2,5 δισ. ευρώ, ενώ τονίζεται ότι η ανατροπή της συγχώνευσης Εθνικής – Eurobank οδήγησε στην απώλεια συνεργειών αξίας 3 δισ. ευρώ, βλάπτοντας τους Ελληνες φορολογούμενους. Αναλυτικότερα, στην ανακοίνωση του ομίλου Λάτση, μεταξύ άλλων, τονίζονται: «Ο όμιλος Λάτση έχει επενδύσει συνολικά πλέον των 2,5 δισ. ευρώ σε μετρητά στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα τελευταία 20 χρόνια. Εξαιτίας της συμμετοχής της Eurobank στο Πρόγραμμα Ανταλλαγής Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (PSI), υπέστη συνολικές ζημίες 6 δισ. ευρώ. Κατόπιν αυτού, η οικογένεια Λάτση απώλεσε ουσιαστικά το σύνολο της επένδυσής της των 2,5 δισ. ευρώ στην Eurobank. Αυτή η ζημία είναι η άμεση συμμετοχή του ομίλου, και κατ’ επέκταση της οικογένειας Λάτση, στη μείωση του δημοσίου χρέους και στην προσπάθεια αποκατάστασης της οικονομικής σταθερότητας της Ελλάδος». «Στις 5 Οκτωβρίου του 2012 η Εθνική Τράπεζα απηύθυνε δημόσια προαιρετική πρόταση προς τους μετόχους της Eurobank, καλώντας τους να ανταλλάξουν τις μετοχές τους με μετοχές της Εθνικής, με σκοπό τη μεταξύ τους συγχώνευση.

Οι ετήσιες συνέργειες θα ήταν της τάξης των 600 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε 3 δισ. ευρώ νέα κεφάλαια. Οι 64.500 μέτοχοι της Eurobank, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια Λάτση, οι οποίοι κατείχαν συνολικά το 84,35% των μετοχών της, απεδέχθησαν καλή τη πίστει την πρόταση της Εθνικής και αντήλλαξαν τις μετοχές τους. Στις 8 Απριλίου 2013, αιφνιδιαστικά και απολύτως απροσδόκητα για τους μετόχους των δύο τραπεζών, ανακοινώθηκε από τις αρμόδιες θεσμικές αρχές ότι οι δύο τράπεζες θα ανακεφαλαιοποιηθούν κατά μόνας, ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Η διακοπή της συγχώνευσης οδήγησε στην απώλεια συνεργειών αξίας 3 δισ. ευρώ, σε απώλεια εποπτικών κεφαλαίων και σε επιβάρυνση του δημοσίου χρέους.

Η απόφαση αυτή ελήφθη αφού είχε γίνει η ανταλλαγή των μετοχών, καθώς και η εισαγωγή και διαπραγμάτευσή τους στο Χρηματιστήριο, δηλαδή σε χρόνο που όλοι οι άλλοτε μέτοχοι της Eurobank, μεταξύ των οποίων τα μέλη της οικογένειας Λάτση, είχαν πλέον στην κατοχή τους μόνο μετοχές της Εθνικής και καμία μετοχή της Eurobank. Συνεπώς, η οικογένεια Λάτση δεν είχε δυνατότητα συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Eurobank. Οι ισχυρισμοί ότι η οικογένεια Λάτση εγκατέλειψε την Eurobank και ότι την “φόρτωσε“ στον ελληνικό λαό μέσω του ΤΧΣ είναι απολύτως ψευδείς και συκοφαντικοί, αποκρύπτουν τις πραγματικές ευθύνες, όπου αυτές υπάρχουν, και κατατείνουν στην παραπλάνηση των Ελλήνων πολιτών, που εύλογα, ακόμη και σήμερα, προσπαθούν να κατανοήσουν πώς, μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες, ανατράπηκε πλήρως ο τραπεζικός χάρτης στην Ελλάδα, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και υγιούς ανταγωνισμού τις τελευταίες δύο δεκαετίες». «Εάν υπήρχαν κάποιοι που έβλαψαν τους Ελληνες φορολογούμενους, αυτοί είναι όποιοι εμπόδισαν τη συγχώνευση». «Είναι εύλογο και προφανές ότι, αν δεν είχε προταθεί και συμφωνηθεί η συγχώνευση των δύο τραπεζών και, μάλιστα, εάν δεν είχε ήδη γίνει η ανταλλαγή των μετοχών, η οικογένεια Λάτση θα επένδυε αυτά τα κεφάλαια στην Eurobank και θα διατηρούσε την ισχυρή θέση της σε αυτήν». «Παρά την απροσδόκητη ανατροπή των δεδομένων, η οικογένεια Λάτση, μέσω του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση, συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής με 100 εκατ. ευρώ, διαδραματίζοντας τον κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό ρόλο για να επιτύχει η κεφαλαιακή ενίσχυση της ΕΤΕ και να διατηρηθεί o ιδιωτικός χαρακτήρας της».

«Η οικογένεια Λάτση, μέσω των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της, εδώ και δεκαετίες, αποτελεί τον μεγαλύτερο ιδιώτη επενδυτή στην Ελλάδα. Οι επενδύσεις αυτές δημιουργούν χιλιάδες θέσεις εργασίας, συνεισφέρουν σημαντικά στη διαμόρφωση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος και συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της χώρας μας. Βαθιά πεποίθησή μας είναι ότι δεν μπορεί να επέλθει εθνική πρόοδος χωρίς ευρείες συνεργασίες όλων των κοινωνικών εταίρων, χωρίς συναινέσεις, χωρίς διάλογο με ειλικρίνεια και με διάθεση εθνικής συνεννόησης».