ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών λόγω αβεβαιότητας για τις διοικήσεις

katarreysi-ton-trapezikon-metochon-logo-avevaiotitas-gia-tis-dioikiseis-2065710

Το φάσμα της ενίσχυσης του κρατικού ελέγχου στις τράπεζες, σε συνδυασμό με το μπαράζ δηλώσεων κυβερνητικών στελεχών (πάγωμα ιδιωτικοποιήσεων, ακύρωση δεσμεύσεων κ.ά.) που αναγγέλλει μετωπική σύγκρουση με τους εταίρους, οδήγησε το Χρηματιστήριο σε νέα μεγάλη «βουτιά», ενώ οι μετοχές των τραπεζών κατέρρευσαν με απώλειες που άγγιξαν το 30%. Υπό το βάρος της κατάρρευσης των αξιών, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης δήλωσε μετά τη σύσκεψη με τον κ. Τσίπρα ότι τυχόν αλλαγές διοικήσεων θα γίνουν ύστερα από διαβούλευση με τους ιδιώτες μετόχους, όπου αυτοί υπάρχουν. Ανέφερε δε πως ήδη έχει κλειστεί ραντεβού με τους ξένους μεγαλομετόχους της Eurobank για την επόμενη εβδομάδα. Στην τράπεζα κατέχουν σημαντικά ποσοστά η Fairfax Financial Holding (13,58%), η Capital Group (19,37%) και η Mackenzie Financial (5,84%).

Από τις αρχές Δεκεμβρίου η πτώση των τιμών των μετοχών των συστημικών τραπεζών ξεπερνά το 50%, ενώ σε σχέση με τα επίπεδα του περασμένου Ιουνίου η πτώση διαμορφώνεται στο 70%. Αναλυτικά, χθες, η μετοχή της Τράπεζας Πειραιώς υποχώρησε κατά 29,26%, της Alpha Bank κατά 26,76%, της Eurobank 25,93%, ενώ κατά 25,45% υποχώρησε και η μετοχή της Εθνικής. Τέτοιας έντασης ημερήσια πτώση δεν έχει προηγούμενο στον τραπεζικό τομέα. Μετά τις μεγάλες απώλειες των τελευταίων ημερών, οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από τις τιμές με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών το 2013.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει κατ’ επανάληψιν δηλώσει ότι θα πρέπει να ενισχυθεί ο έλεγχος του Δημοσίου στις συστημικές τράπεζες, ενώ και ο νέος υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης έχει διατυπώσει αρνητική κριτική για τις διοικήσεις των τραπεζών. Χθες, πηγές του υπουργείου Οικονομικών, μετά την τελετή παράδοσης, διευκρίνισαν ότι η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα λάβει οριστικές αποφάσεις για το θέμα των τραπεζών.

Οι παρεμβάσεις στις τράπεζες κρίνονται εξαιρετικά σημαντικές, καθώς το μέγεθος και το εύρος των αλλαγών θα σηματοδοτήσουν τη γενικότερη στάση της νέας κυβέρνησης στο πεδίο της οικονομίας. Επιπλέον, ο τραπεζικός κλάδος βρίσκεται στο επίκεντρο των ξένων θεσμικών επενδυτών, καθώς τους προηγούμενους μήνες προχώρησαν σε σημαντικές τοποθετήσεις. Πέραν της συμμετοχής τους στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, την άνοιξη του 2014 τοποθέτησαν περίπου 8 δισ. ευρώ στις αυξήσεις κεφαλαίου της Εθνικής, της Alpha, της Πειραιώς και της Eurobank. Μάλιστα, με την αύξηση κεφαλαίου της Eurobank που πραγματοποιήθηκε στο 0,31 του ευρώ, η τράπεζα πέρασε στον έλεγχο στρατηγικών επενδυτών (η συμμετοχή του Δημοσίου περιορίστηκε στο 35%). Οι χθεσινές παρεμβάσεις υπουργών της νέας κυβέρνησης για το πάγωμα των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά και για ανατροπή δεσμεύσεων οι οποίες είχαν συμφωνηθεί πολύ καιρό πριν, προκάλεσαν πανικό στους επενδυτές, καθώς ερμηνεύτηκαν ότι η χώρα εισέρχεται σε τροχιά σύγκρουσης με την Ε.Ε.

Σε ό,τι αφορά τις ενδεχόμενες αλλαγές στις διοικήσεις των τραπεζών, αναλυτές σημειώνουν ότι σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αλλαγές διοικήσεων, καθώς Alpha Bank, Εθνική και Πειραιώς έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με τη συμμετοχή ιδιωτών, ενώ στην περίπτωση της Eurobank το 65% των μετοχών βρίσκεται ήδη σε ιδιώτες. Βάσει του νόμου οι μετοχές των τραπεζών που κατέχει το Δημόσιο έχουν περιορισμένα δικαιώματα, ενώ στην Alpha, Πειραιώς και Εθνική οι ιδιώτες μέτοχοι κατέχουν δικαιώματα (warrants) βάσει των οποίων μπορούν να αγοράσουν το σύνολο των μετοχών του ΤΧΣ με προκαθορισμένη τιμή και χρονοδιάγραμμα. Κανονικά, σημειώνουν, θα πρέπει η νέα κυβέρνηση να προχωρήσει στην αλλαγή του σχετικού νόμου πριν προβεί σε αλλαγές, αν και αυτό θα αποτελούσε αλλαγή των κανόνων με τους οποίους πραγματοποιήθηκε η ανακεφαλαιοποίηση.

Ωστόσο, τραπεζικές πηγές αναγνωρίζουν ότι αν η νέα κυβέρνηση ζητήσει παραιτήσεις, στην πράξη είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς την επιθυμία αυτή. Αλλωστε και με βάση το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, το ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να απαιτήσει αλλαγές στις διοικήσεις, επικαλούμενο λόγους στρατηγικού συμφέροντος.