ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ενίσχυση των θεσμών είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη

i-enischysi-ton-thesmon-einai-proypothesi-gia-tin-anaptyxi-2095470

Τη σημασία της ενίσχυσης των θεσμών για την ανάπτυξη αναδεικνύει νέα μελέτη που παρουσίασε χθες η PwC, σε κεντρικό αθηναϊκό ξενοδοχείο. Οπως αναφέρει η μελέτη επικαλούμενη το έργο των Ντ. Ατσέμογλου και Τζ. Ρόμπινσον (στο βιβλίο «Why Nations Fail»), «η ευημερία αλλά και η ανάπτυξη μιας χώρας εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τους θεσμούς που οργανώνουν την οικονομική δραστηριότητα και στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν οι πολίτες, οι επιχειρήσεις αλλά και το ίδιο το κράτος».

Παρουσιάζοντας την έκθεση, ο Κώστας Μητρόπουλος, εντεταλμένος σύμβουλος της PwC Hellas, δήλωσε ότι αν οι θεσμοί της Ελλάδας εξασθενήσουν περαιτέρω, η αρνητική επίδραση στη μακροπρόθεσμη προοπτική της ελληνικής οικονομίας θα είναι σοβαρή. Η ενίσχυσή τους, από την άλλη, «είναι το μόνο μονοπάτι προς τη διατηρήσιμη ανάπτυξη» ― όχι η αλλαγή νομίσματος ή οτιδήποτε άλλο. Οπως αναφέρει η μελέτη, η Ελλάδα είναι μια χώρα της οποίας το επίπεδο ευημερίας είναι σημαντικά υψηλότερο από την ποιότητα των θεσμών της.

Οι ερευνητές της PwC σταχυολογούν τέσσερις πτυχές της έννοιας των θεσμών: την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, την κατάλληλα στοχευμένη ρύθμιση των αγορών, την πολιτική ευστάθεια που επιτρέπει την ομαλή εφαρμογή μακρόπνοων πολιτικών και την «ισχύ του νόμου» (την απαρέγκλιτη τήρηση, με άλλα λόγια, του κράτους δικαίου).

Είναι προφανές ότι η χώρα μας δεν διαπρέπει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Ο κ. Μητρόπουλος απαρίθμησε τα βασικά αίτια της παθογένειας του ελληνικού κράτους. Αναφέρθηκε στις πολυπληθείς (σταθερά περίπου 40 ατόμων εδώ και σχεδόν 40 χρόνια) και πολυφωνικές κυβερνήσεις, τις συνεχείς μεταβολές στην οργάνωση των υπουργείων (τις γενικές γραμματείες που αλλάζουν στέγη κάθε χρόνο κ.ά.), την επιχειρησιακή πολυδιάσπαση και την πολυνομία. Τέλος, τόνισε τη διαρκώς διευρυνόμενη ανοχή στην «καταστρατήγηση των θεσμικών υποχρεώσεων» των πολιτών και του κράτους.

Η μελέτη στοιχειοθετεί την κακοδαιμονία του Δημοσίου με δεδομένα όπως τον μέσο όρο νομοθετικής παραγωγής στα υπουργεία, που «ξεπερνά τα 120 με 150 διαφορετικά “νομοθετήματα” ετησίως, χωρίς να συνυπολογιστούν οι εκατοντάδες διοικητικοί εγκύκλιοι και αποφάσεις». Πρωταθλητές αυτής της αμφιλεγόμενης υπερπαραγωγής είναι τα υπουργεία Οικονομικών, Υγείας, Πολιτισμού, Παιδείας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Ο κ. Μητρόπουλος -που γνώρισε από κοντά τη δημόσια διοίκηση και τις αρετές της, ως διευθύνων σύμβουλος του ΤΑΙΠΕΔ- υπογράμμισε ότι η εστίαση του πολιτικού διαλόγου στον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων είναι εσφαλμένη. «Δεν υπάρχει φθηνή δημόσια διοίκηση», τόνισε, παραπέμποντας σε στοιχεία στη μελέτη που δείχνουν ότι οι πιο αποτελεσματικά διοικούμενες χώρες έχουν υψηλότερες δαπάνες διοίκησης ανά δημόσιο υπάλληλο.

Παράλληλα, όμως, ο κ. Μητρόπουλος σημείωσε ότι η βελτίωση των θεσμών οδηγεί σε συρρίκνωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και επέκρινε εμμέσως την αντιτεχνοκρατική λογική της κυβέρνησης (που θεωρεί ότι τη συμμερίζονταν και οι προκάτοχοί της). Το λάθος των πολιτικών που δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με την ιδέα των μάνατζερ στη δημόσια διοίκηση, κατά το στέλεχος της PwC, είναι πως δεν καταλαβαίνουν ότι το κράτος που διοικείται πιο επαγγελματικά «δημιουργεί περισσότερο πλούτο, που σημαίνει ότι υπάρχουν περισσότερα δημόσια έσοδα για κοινωνική πολιτική».

Οι πολιτικοί, συνέχισε, ψηφίζουν νόμους αντί να προωθούν το αξιοκρατικό μάνατζμεντ. Κατ’ αυτόν, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη μεταρρυθμιστική προτεραιότητα: αν το πολιτικό σύστημα επιτρέψει την αξιοκρατική στελέχωση του Δημοσίου, θα βελτιωθούν σημαντικά η ποιότητα, η σταθερότητα και η συνέχεια της δημόσιας διοίκησης.

Επιπλέον, η πιο επαγγελματική διαχείριση των υπηρεσιών του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον κ. Μητρόπουλο, θα αποτελούσε σημαντικό πλήγμα κατά της διαφθοράς. «Η διαφθορά καταπολεμείται με καλύτερο μάνατζμεντ, όχι μόνο με νόμους», είπε χαρακτηριστικά.