ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ακριβά εμβάσματα για πληρωμή προμηθευτών στο εξωτερικό

akriva-emvasmata-gia-pliromi-promitheyton-sto-exoteriko-2101155

Σε αυξημένα κόστη υποβάλλονται οι επιχειρήσεις που, λόγω των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, υποχρεούνται να κάνουν τις πληρωμές στο εξωτερικό για την πληρωμή προμηθευτών μέσω εμβασμάτων. Πρόκειται για μια εργασία που μέχρι πριν από την επιβολή των capital controls γινόταν με μικρό κόστος της τάξης των 2 ευρώ μέσω Ιnternet banking και η οποία πλέον έχει απαγορευθεί, καθώς κάθε πληρωμή στο εξωτερικό απαιτεί την προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια επιτροπή. Το κόστος είναι πολλαπλάσιο και ξεκινάει από 10 ή 20 ευρώ για χαμηλά ποσά της τάξης των 5.000 ή των 10.000 ευρώ και φθάνει τα 100 ή τα 120 ευρώ -ανάλογα με την τράπεζα- για ποσά της τάξης των 50.000 ευρώ. Στις περιπτώσεις μάλιστα που το έμβασμα αφορά μεγάλα ποσά της τάξης των 150.000 ευρώ, το κόστος εκτοξεύεται στα 300 ευρώ, δημιουργώντας ένα πρόσθετο έξοδο για την επιχειρηματική δραστηριότητα, σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη περίοδο.

Η εκτίναξη του κόστους ερμηνεύεται από τη μετάπτωση της διαδικασίας εκτέλεσης της συναλλαγής από μια απλή εντολή μέσω web banking σε εντολή εκτέλεσης εμβάσματος, μια τραπεζική εργασία που επιβαρύνεται με αυξημένα κόστη. Το κόστος αυξάνεται καθώς η πλειονότητα των επιχειρήσεων προτιμά να σπάει τα ποσά για τα οποία απαιτείται έγκριση σε μικρότερα, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει μια ομαλή ροή στις πληρωμές των προμηθευτών του εξωτερικού, καταφεύγοντας έτσι σε πολλαπλά εμβάσματα και αύξηση της επιβάρυνσης. Το θέμα έθιξε πρόσφατα και ο υπηρεσιακός υπουργός Οικονομίας Νίκος Χριστοδουλάκης, παροτρύνοντας τις τράπεζες να μειώσουν τις τιμές. Οι τράπεζες αναγνωρίζουν την επιβάρυνση που συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις η σχετική διαδικασία. Αντιτείνουν ωστόσο ότι το τελικό κόστος είναι πολλαπλάσιο αυτού που χρεώνουν, στον βαθμό που η διαδικασία έγκρισης των αιτημάτων σε συνθήκες capital controls αποτελεί μια πρωτόγνωρη διαδικασία που ξεφεύγει από τις συνήθεις παραδοσιακές εργασίες. Οπως μάλιστα εξηγούν, τα τιμολόγια που εφαρμόζουν ίσχυαν και πριν από την επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και δεν έχουν αλλάξει. Ετσι, ακόμη και αυτές οι προμήθειες που χρεώνονται σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό κόστος της τραπεζικής εργασίας που έχουν αναλάβει και το οποίο δεν έχει συνεκτιμηθεί, όπως υποστηρίζουν.

Ενδεικτικό της πολυπλοκότητας των διαδικασιών είναι το γεγονός ότι για μια απλή πληρωμή έως 10.000 ευρώ, απαιτείται η προσκόμιση στο κατάστημα τιμολογίων, προτιμολογίων, φορτωτικών κ.λπ., με αποτέλεσμα ο χρόνος για την έγκριση της συναλλαγής να πολλαπλασιάζεται. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα όταν τα αιτήματα αφορούν ποσά άνω των 10.000 ευρώ, υποχρεώνοντας την τράπεζα να ελέγξει την ιστορικότητα των στοιχείων της επιχείρησης, έτσι ώστε να δικαιολογεί το ύψος του αιτούμενου για μεταφορά ποσού. Σύμφωνα με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που καθορίζει τις λεπτομέρειες για την έγκριση των αιτημάτων από επιχειρήσεις, η τράπεζα θα πρέπει να ελέγξει ότι η αιτούμενη μεταφορά χρηματικών ποσών στο εξωτερικό δεν υπερβαίνει σωρευτικά για τον μήνα και για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος της χώρας μας το 120% της μέγιστης μηνιαίας αξίας των εισαγωγών και ενδοκοινοτικών αποκτήσεων του προηγούμενου έτους. Από την πλευρά της η επιχείρηση θα πρέπει, εκτός από τα έγγραφα και τις υπεύθυνες δηλώσεις, να συμπληρώσει έναν πίνακα που να αποτυπώνει με ακρίβεια το συνολικό ανά μήνα χρηματικό ποσό που μετέφερε στο εξωτερικό τον προηγούμενο χρόνο.

Περισσότερες εγκρίσεις αιτημάτων

Τον διπλασιασμό, από τα 7 στα 14 εκατ. ευρώ, του ημερήσιου ορίου που δικαιούται κάθε τράπεζα για την έγκριση αιτημάτων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών για πληρωμές στο εξωτερικό, αποφάσισε το υπουργείο Οικονομικών, στο πλαίσιο της προσπάθειας σταδιακής χαλάρωσης των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Το αυξημένο όριο θα μπορεί μάλιστα να αθροίζεται σε εβδομαδιαία βάση ανά τράπεζα. Ετσι αν μια τράπεζα δεν το εξαντλεί την ίδια ημέρα, το υπόλοιπο θα μεταφέρεται, ανεβάζοντας το εβδομαδιαίο όριο στα 70 εκατ. ευρώ ανά τράπεζα και στα 280 εκατ. ευρώ για τις τέσσερις συστημικές. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να μειωθεί και ο χρόνος που απαιτείται για τις εγκρίσεις των αιτημάτων, ο οποίος με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία εκτείνεται στις δεκαοκτώ εργάσιμες ημέρες, εξαιτίας του αυξημένου αριθμού αιτημάτων που υποβάλλονται λόγω της έναρξη της φθινοπωρινής σεζόν.