ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τα μνημόνια διέλυσαν τις μετοχικές αξίες στην επταετία της ύφεσης

ta-mnimonia-dielysan-tis-metochikes-axies-stin-eptaetia-tis-yfesis-2117511

Οι «μαύροι κύκνοι» που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην ελληνική οικονομία και κατ’ επέκταση στο Χρηματιστήριο την τελευταία επταετία (2009-2015) προκάλεσαν άνευ προηγουμένου καταστροφή στις μετοχικές αξίες. Στους 108 μήνες που προηγήθηκαν, οι επενδυτές είδαν να απομειώνονται τα χαρτοφυλάκιά τους κατά 38,664 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε κάθετη πτώση -73,11% του γενικού δείκτη.

Αν μάλιστα υπολογίσουμε τις συνολικές απώλειες του Χρηματιστηρίου από το ιστορικό υψηλό του 1999 (6355,04 μονάδες) και το ιστορικό υψηλό της κεφαλαιοποίησης (217,168 δισ. ευρώ) μέχρι και τη συνεδρίαση της 7ης Ιανουαρίου 2016, το αποτέλεσμα της πτώσης προκαλεί ίλιγγο: σε 17 χρόνια έχουν χαθεί λογιστικά 172,704 δισ. ευρώ (δηλαδή λίγο χαμηλότερα από το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2014), που αντιστοιχούν σε μία πτώση -90,71% του γενικού δείκτη, που βέβαια δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Απλώς για λόγους ιστορικούς να αναφέρουμε ότι φέτος συμπληρώνονται 140 χρόνια από την ίδρυση (1876) του Χρηματιστηρίου. Η κατάρρευση των μετοχικών αξιών στα χρόνια των τριών μνημονίων αποδίδεται μεταξύ άλλων και στην αδυναμία της πλειοψηφίας των εισηγμένων επιχειρήσεων να αντεπεξέλθουν απέναντι στην επταετή ύφεση. Προφανώς οι περισσότερες επιχειρήσεις παρασύρθηκαν τη δεκαετία 2000-2009 από τον αλόγιστο δανεισμό και την έλλειψη σοβαρών επενδυτικών σχεδίων. Ξόδεψαν ασύστολα πολύτιμα κεφάλαια που έλαβαν με μηδενικό κόστος από τις τράπεζες αλλά και το ευρύ επενδυτικό κοινό, μέσω των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου. Ομως, όπως αποδείχθηκε, δεν είχαν σχεδιασμό, αφού οι επενδύσεις-βιτρίνας κατευθύνθηκαν για την προσωπική περιουσία των βασικών ιδιοκτητών.

Αντιφάσεις

Γι’ αυτό σήμερα στην Ελλάδα έχουμε πτωχευμένες επιχειρήσεις και πλούσιους ιδιοκτήτες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους έχουν μεταφέρει τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι από το 2009 που ξεκινά ο τυφώνας της ύφεσης στην Ελλάδα μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει καμία νέα εισαγωγή νέας εταιρείας, ενώ αντίθετα εκατοντάδες είναι οι εισηγμένες που αποχώρησαν από το Χρηματιστήριο.

Η πιο ρηχή και περιφερειακή αγορά της Ευρώπης διαθέτει σήμερα 229 εισηγμένες, εκ των οποίων οι 42 είναι σε αναστολή διαπραγμάτευσης, και θεωρείται απίθανο έστω και μία εκ των 42 να επανέλθει, αφού δεν δείχνουν σημάδια ανάκαμψης. Βέβαια το ερώτημα είναι πώς θα αποζημιωθούν και αν πρόκειται να αποζημιωθούν οι χιλιάδες των επενδυτών που επένδυσαν και έχασαν τα κεφάλαιά τους. Την απάντηση έδωσε, μέσω της «Κ», ο νέος πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Χαράλαμπος Γκότσης, που διευκρίνισε ότι για να ξεκινήσει ο νέος κύκλος διαγραφών στο Χρηματιστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασισθεί από τις τράπεζες ποιες είναι οριστικά πτωχευμένες και ποιες μπορούν υπό προϋποθέσεις να επανακάμψουν. Ολα αυτά, βέβαια, αφού ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των «κόκκινων» δανείων.

Εκτός των 42 μετοχών που είναι στο περιθώριο, υπάρχουν ακόμη 4 μετοχές που είναι σε διαδικασία διαγραφής, ενώ θα πρέπει να προσθέσουμε ακόμη 33 μετοχές που είναι σε καθεστώς επιτήρησης, δηλαδή διαπραγματεύονται ελάχιστα λεπτά κάθε μέρα. Επίσης υπάρχουν ακόμη 11 μετοχές που είναι στην κατηγορία της χαμηλής διασποράς, και σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες μετοχές δεν έχουν την επαρκή εμπορευσιμότητα. Συνεπώς δεν είναι ελκυστικές για το ευρύ επενδυτικό κοινό. Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι απομένουν μόλις 139 μετοχές σε κανονικό καθεστώς, αλλά στο «ραντάρ» των ξένων οίκων δεν είναι περισσότερες από 20 οι επιχειρήσεις που κάθε χρόνο παράγουν κέρδη και προσφέρουν μερίσματα στους μετόχους τους.

Τι μπορεί να περιμένει ο επενδυτής από την εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά το 2016; Το μόνο σίγουρο είναι η μεταβλητότητα (volatility), αφού όλα τα εγχώρια θέματα (ασφαλιστικό, αγροτικό, φορολογικό, αξιολόγηση, ρύθμιση δημοσίου χρέους) είναι ανοικτά, και μέσα στους επόμενους μήνες η κυβέρνηση θα δοκιμασθεί έτσι ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει στο δημοσιονομικό κενό που μόνο για φέτος υπολογίζεται στο 1 δισ. ευρώ. Ο χειρότερος μήνας, με βάση το πρόγραμμα, είναι ο Ιούλιος, οπότε πρέπει να αποπληρωθούν ομόλογα ύψους 2,3 δισ. ευρώ της ΕΚΤ.