ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η αβεβαιότητα «πάγωσε» τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές το 2015

20s20sygxoneuseisexagores

Εξαγορές και συγχωνεύσεις αξίας επτά δισεκατομμυρίων ευρώ αναμένονται για το 2016 στην Ελλάδα, με την πλειονότητά τους να προέρχεται από το πεδίο των αποκρατικοποιήσεων, καθώς και από την πώληση από τις τράπεζες των μη κύριων δραστηριοτήτων τους. Υπό την προϋπόθεση ότι οι συνθήκες θα είναι ομαλές και η αξιολόγηση από τους δανειστές της εφαρμογής του μνημονίου θα είναι θετική και χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις, το 2016 αναμένεται να είναι μια χρονιά μετάβασης από την επενδυτική ξηρασία του 2015 στην επενδυτική ορμή του 2017.

Το 2015, σύμφωνα με την έρευνα της PriceWaterhouseCoopers «Εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων στην Ελλάδα», η οποία παρουσιάστηκε χθες, πραγματοποιήθηκαν 29 εξαγορές και συγχωνεύσεις συνολικής αξίας μόλις 1,4 δισ. Το ποσό αυτό είναι το δεύτερο χαμηλότερο την περίοδο 2008-2015 (σ.σ. το 2012 η συνολική αξία είχε ανέλθει σε μόλις 1 δισ. ευρώ) και κατά 39% χαμηλότερο σε σύγκριση με το 2014. Αυτό, όμως, που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι το 2015 σημειώθηκε αρνητικό ρεκόρ ως προς τη μέση αξία συναλλαγής, μόλις 47 εκατ., μικρότερη κατά 30% σε σύγκριση με το 2014 (67 εκατ.) ενώ μόλις τέσσερις συναλλαγές ξεπέρασαν εκάστη τα 100 εκατ. Πρόκειται για την εξαγορά του 80% της φαρμακοβιομηχανίας Pharmathen από το fund BC Partners έναντι 470 εκατ. ευρώ, την εξαγορά επίσης του 80% της ασφαλιστικής εταιρείας Eurolife από το καναδικό fund Fairfax έναντι 316 εκατ. ευρώ, την εξαγορά του 98,5% της Piraeus Bank Egypt από την HAI Ahli Bank of Kuwait έναντι 139,8 εκατ. ευρώ και την εξαγορά του 98% της Nautilus Offshore Services Inc. από την Ocean Rig UDW Inc. (θυγατρική της DryShips Inc.) έναντι 105,7 εκατ. ευρώ.

Επενδυτική αδράνεια παρατηρήθηκε και στο πεδίο των ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες το 2015 πρακτικά «πάγωσαν» και τα έσοδα από αυτές ανήλθαν σε μόλις 268 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου των 2,2 δισ. ευρώ που προβλέπονταν στο μνημόνιο βάσει της αναθεώρησης του Απριλίου 2014. Για το τρέχον έτος η PwC προβλέπει ότι τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις μπορεί να ανέλθουν σε 2,15 δισ. υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί απρόσκοπτα η ιδιωτικοποίηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων, θα προχωρήσει η πώληση του 66% του ΔΕΣΦΑ, θα υλοποιηθεί η συμφωνία για την απόκτηση του 90,17% του Αστέρα και θα επιτευχθεί η πώληση του ΟΛΠ, του ΟΛΘ, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, της Εγνατίας Οδού και του 49% του ΑΔΜΗΕ.

Πέραν των αποκρατικοποιήσεων μέσα στο 2016 αναμένεται να συνεχιστεί η πώληση από τις τράπεζες των μη κύριων δραστηριοτήτων τους, με την PwC να εκτιμά την αξία των συναλλαγών σε αυτό τον τομέα να υπερβαίνει τα 3,3 δισ. ευρώ. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται και η πώληση της Finansbank στον όμιλο QNB έναντι 2,75 δισ. ευρώ, η οποία μάλιστα προχθές εγκρίθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας.

Σε αντίθεση με ό,τι φημολογείται, ο εντεταλμένος σύμβουλος της PwC κ. Κώστας Μητρόπουλος εκτίμησε πως οι συναλλαγές με distress funds θα είναι λίγες μέσα στο 2016 διότι απαιτούνται χρονοβόρες διαδικασίες. Επιπλέον, υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα μόλις οκτώ από 780 μεγάλα ξενοδοχεία θα μπορούσαν να προκαλέσουν το επενδυτικό ενδιαφέρον. Γενικότερα, ο ίδιος εκτίμησε ότι από τις 3.000 επιχειρήσεις που παρακολουθεί η εταιρεία, θεωρητικά 50 θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο των επενδυτών, περί τις 150 εταιρείες είναι μεν μικρές, αλλά εάν συγχωνευθούν μπορεί να μπουν στο στόχαστρο επενδυτών, ενώ περί τις 15-20 εταιρείες βρίσκονται μεν σε δυσχερή οικονομική θέση, μπορούν όμως να προσελκύσουν επενδυτές λόγω ονόματος και εμβέλειας, αλλά και λόγω εξαγωγικής δραστηριότητας.

Αναγκαία συνθήκη σε κάθε περίπτωση αποτελεί, βεβαίως, η διάλυση του νέφους αβεβαιότητας που παραμένει πάνω από την ελληνική οικονομία. Ο κ. Μητρόπουλος, ερωτηθείς σχετικά, υποστήριξε ότι το ερώτημα περί Grexit δεν τίθεται πλέον από τους επενδυτές – σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε πέρυσι. Ο ίδιος, ωστόσο, εκτίμησε πως η άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων θα καθυστερήσει πέραν του δεύτερου τριμήνου του 2016 και δεν παρέλειψε να αναφέρει το παράδειγμα της Κύπρου, όπου τα capital controls διατηρήθηκαν για δύο χρόνια.