ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Βαρίδι για τις ελληνικές επιχειρήσεις ο κρατικός έλεγχος

06s3eisigmomologa

Η έλλειψη σαφούς επενδυτικής στρατηγικής και οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης στις επιχειρήσεις που ελέγχονται από το ελληνικό Δημόσιο φαίνεται να εξελίσσονται σε βαρίδι για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την αύξηση του επενδυτικού ρίσκου της χώρας, λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας που είναι κοινό πρόβλημα και για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις της χώρας. Το πρώτο σοβαρό αποτύπωμα αυτής της αρρυθμίας αρχίζει να διακρίνεται στις αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων που έχουν εκδώσει οι δύο ΔΕΚΟ από τις έξι που είναι εισηγμένες.

Πιο συγκεκριμένα, εάν συγκριθούν οι αποδόσεις τους με άλλες εταιρείες που λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια του ίδιου κλάδου, όπως θα περιγράψουμε στη συνέχεια, αρχίζει και «χτίζεται» μια σημαντική απόκλιση.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων που έχουν εκδώσει τα ΕΛΠΕ και η Motor Oil. Επιλέγοντας κοινή χρονική περίοδο λήξης των ομολόγων, παρατηρούμε ότι το εταιρικό ομόλογο των ΕΛΠΕ, με ημερομηνία λήξης τον Ιούλιο 2019 και αξία έκδοσης 325 εκατ. ευρώ, έχει απόδοση 8,95%. Αντίστοιχα, το εταιρικό ομόλογο της Motor Oil, με ημερομηνία λήξης τον Μάιο του 2019 και αξία έκδοσης τα 350 εκατ. ευρώ, έχει απόδοση 6,15%. Επίσης, το εταιρικό ομόλογο της ΔΕΗ, με ημερομηνία λήξης τον Μάιο του 2019 και αξία έκδοσης τα 500 εκατ. ευρώ, έχει πολύ υψηλή απόδοση, που φθάνει το 14,5%. Οι υψηλές αποδόσεις που καταγράφουν στα εταιρικά τους ομόλογα οι εισηγμένες ΔΕΚΟ αποκαλύπτουν σε αρκετά υψηλό βαθμό την ανησυχία των επενδυτών για τις περαιτέρω κινήσεις των διοικήσεων σε ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον.

Ο προβληματισμός των ξένων επενδυτών είναι σε ποιο βαθμό οι σημερινοί μάνατζερ των εισηγμένων ΔΕΚΟ, που έχουν επιλεγεί από την κυβέρνηση, έχουν τον απαιτούμενο βαθμό ελευθερίας αλλά και την εμπειρία και ευελιξία που απαιτούν αυτές οι θέσεις ευθύνης, για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρισης και να προασπίσουν αλλά κυρίως να συντηρήσουν και γιατί όχι και να αυξήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Με άλλα λόγια, το βασικό ερώτημα που θέτουν οι οίκοι αξιολόγησης είναι εάν υπάρχει από το παρελθόν διεθνής εμπειρία για τους σημερινούς μάνατζερ των ΔΕΚΟ πώς να διαχειρίζονται τόσο μεγάλες κρίσεις σε εύρος, και ειδικά για την κρίση στην Ελλάδα που είναι η μεγαλύτερη που γνώρισε η χώρα στη νεότερη ιστορία της, ή κινούνται περισσότερο με εμπειρικές γνώσεις λόγω πολυετούς θητείας σε άλλες θέσεις στις εταιρείες που σήμερα βρίσκονται στο τιμόνι τους. Εξίσου υψηλή θεωρείται για τον μέσο όρο της αγοράς η απόδοση του εταιρικού ομολόγου των Ελληνικών Πετρελαίων, που λήγει τον Μάιο του 2017, έχει αξία έκδοσης μισό δισ. ευρώ και η απόδοση διαμορφωνόταν στο 11,30%.

Οπως εξηγούν στην «Κ» εκπρόσωποι ξένων funds, υπάρχουν τρία βασικά κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία ελέγχονται και αποτιμώνται οι εισηγμένες ΔΕΚΟ. Το πρώτο κριτήριο είναι το country risk της χώρας, που ειδικά με το ξεκίνημα του 2016 έχει ενισχυθεί, αφού παρατηρείται έντονη μεταβλητότητα, εξαιτίας της διαπραγμάτευσης κυβέρνησης-πιστωτών για την αξιολόγηση της οικονομίας. Το δεύτερο κριτήριο είναι η ποιότητα του μάνατζμεντ που ασκείται, και μάλιστα για την Ελλάδα οι διοικήσεις των ΔΕΚΟ έχουν επιλέγει από τη σημερινή κυβέρνηση. Οπωσδήποτε αυτή η εικόνα δημιουργεί επιφυλακτικότητα στα ξένα χαρτοφυλάκια. Το τρίτο και τελευταίο κριτήριο είναι η δομή της επιχείρησης και ποιες προοπτικές έχει ο κλάδος όπου δραστηριοποιείται η εταιρεία.