ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τελεσίγραφο από Ε.Ε. για την άρση των φοροελαφρύνσεων στην ελληνική ναυτιλία

nautilia1--2

Σκληραίνει τη στάση της στο θέμα του ελληνικού φορολογικού πλαισίου για τη ναυτιλία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με επιστολή της αρμόδιας επιτρόπου για τον Ανταγωνισμό Μ.Βεστάγκερ απορρίπτει τα ελληνικά επιχειρήματα ότι το φορολογικό καθεστώς της ναυτιλίας της χώρας πρέπει να παραμείνει ανέπαφο επειδή οι εταιρείες ήδη υπερφορολογούνται. Απαιτεί δε να γίνουν οι κατάλληλες τροποποιήσεις εντός 24 μηνών, να εφαρμοστούν από τον Ιανουάριο του 2019 και να δεσμευθεί η Αθήνα πως θα γίνουν άμεσα, ειδάλλως απειλεί να παραπέμψει τη χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Η υπόθεση αφορά το καθεστώς φορολογίας χωρητικότητας και άλλες φορολογικές ελαφρύνσεις που προβλέπονται στον νόμο αριθ. 27 της 19ης Απριλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, και την απόφαση της Επιτροπής να προτείνει κατάλληλα μέτρα για να στοχοθετήσει η Ελλάδα καλύτερα τον «φόρο χωρητικότητας» και άλλα μέτρα στήριξης του ναυτιλιακού τομέα, ώστε να είναι συμβατά με τις κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων στις θαλάσσιες μεταφορές της Ε.Ε.

Η Ενωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) έχει ήδη δημοσίως επισημάνει πως δεν υπάρχει καμιά στρέβλωση του ανταγωνισμού στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών και προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενες θεμελιώδεις αλλαγές θα μπορούσαν να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες για την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην ίδια γραμμή έχει κινηθεί και η κυβέρνηση, η οποία, διά του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Τρύφωνα Αλεξιάδη, έχει δεσμευθεί ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να φέρουμε μέτρα που θα επηρεάσουν τη ναυτιλία και θα τη φέρουν σε δυσχερέστερη θέση έναντι άλλων ανταγωνιστικών κρατών, καθώς παίζει σημαντικό ρόλο για την οικονομία». Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι αλλαγή του φορολογικού πλαισίου προς το χειρότερο θα οδηγούσε στη μετεγκατάσταση των ελληνικών ναυτιλιακών σε χώρες όπως η Κύπρος, η Σιγκαπούρη και η Μάλτα, με αρνητικό αντίκτυπο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στην απασχόληση και στο ΑΕΠ της χώρας. Τόσο η ΕΕΕ όσο και η κυβέρνηση έχουν μιλήσει για στοχοποίηση της ελληνόκτητης ναυτιλίας από ξένα ανταγωνιστικά συμφέροντα και «χώρες που κουνούν το δάκτυλο και ταυτόχρονα έχουν ειδικές διατάξεις με ευνοϊκότερες ρυθμίσεις από την Ελλάδα».

Η Μ. Βεστάγκερ στη σχετική επιστολή της δεν δέχεται την αναλυτική ελληνική επιχειρηματολογία που εστάλη στην Επιτροπή. Εκτιμά πως τα υπό εξέταση εθνικά μέτρα παρέχουν «επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα, απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις μεταξύ κρατών-μελών συναλλαγές» και «συνιστούν κρατική ενίσχυση».

Ειδικότερα, στην 54 σελίδων επιστολή που φέρει ημερομηνία 22 Φεβρουαρίου αλλά δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα, συμπεραίνει πως «το καθεστώς φορολογίας χωρητικότητας, η απαλλαγή από τη φορολογία της υπεραξίας από την πώληση πλοίων που φορολογούνται βάσει της χωρητικότητας, τα φορολογικά οφέλη για εταιρείες του ευρύτερου ναυτιλιακού κλάδου, η απαλλαγή από τη φορολογία των μερισμάτων που καταβάλλονται από τις ναυτιλιακές εταιρείες, η απαλλαγή από τη φορολογία της υπεραξίας που σχετίζεται με τις μετοχές σε ναυτιλιακές εταιρείες και η απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς που προβλέπονται στον ν. 27/1975 είναι μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση».

Επίσης σημειώνει πως, αν και οι ελληνικές αρχές υποστηρίζουν ότι το καθεστώς τέθηκε σε ισχύ πολύ πριν προσχωρήσει η Ελλάδα στην Ε.Ε., το 1981, «δεν παρείχαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό τους ότι το καθεστώς την εποχή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων βρέθηκε να είναι συμβατό με τη συνθήκη ΕΟΚ».

«Απαιτεί», λοιπόν, η Μ. Βεστάγκερ να ληφθούν τα «κατάλληλα μέτρα» που προτείνει: «Οι ελληνικές αρχές καλούνται να τροποποιήσουν την ισχύουσα νομοθεσία κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι τα προαναφερόμενα μη συμβατά μέτρα στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος για τη φορολογία χωρητικότητας (κυρίως ν. 27/1975) θα αρθούν ή θα τροποποιηθούν κατά τρόπο που να τα καθιστά συμβατά».