ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ερχονται και πάλι «καλές» δουλειές στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη

castorosei1

Από τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Πειραιά βγαίνουν τους τελευταίους μήνες αναβαπτισμένα, το ένα μετά το άλλο, συμβατικά και ταχύπλοα πλοία και κρουαζιερόπλοια, περισσότερα από άλλοτε και ευρύτερα ανακαινισμένα. Παράλληλα, πέραν της συνήθους δραστηριότητας σε θαλαμηγούς, τώρα κάποιες από τις μεγαλύτερες εταιρείες στη Μεσόγειο επιλέγουν και πάλι, ύστερα από πολλές δεκαετίες, τον Πειραιά για εκτεταμένες, πιο σύνθετες και ακριβές δουλειές. Να σημειωθεί δε ότι πέρυσι και φέτος προσόρμισαν –πέραν των ποντοπόρων φορτηγών και δεξαμενοπλοίων– και πλωτές πλατφόρμες εξόρυξης υδρογονανθράκων, αλλά και πόντισης αγωγών.

Οι παλαιότεροι παρακολουθούν με προσοχή την εξέλιξη και ορισμένοι ισχυρίζονται πως «κάτι» έχει αρχίσει να αλλάζει στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. «Βγαίνουν» και πάλι μεγάλες δουλειές, όμως όχι αρκετές ακόμη, για να αυξήσουν δραστικά την απασχόληση. Ωστόσο, είναι ικανές για να κρατήσουν όρθια μια βιομηχανία που πιθανόν να βρίσκεται προ της αφύπνισης από τον λήθαργο της δικής της ύφεσης. Μια βιομηχανία που, παρά την πολυετή κρίση, τα παράπονα για ασυνέπειες στις παραδόσεις και τη διαβόητη συχνότητα απρόβλεπτων απεργιών, εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα ικανή σε σύνθετες εργασίες και δυνατότητες καινοτομίας και λύσεις ικανές συχνά να αντισταθμίσουν τα υψηλά της τιμολόγια. Τι συμβαίνει, όμως, και «τσίμπησαν πάλι οι δουλειές», όπως κάποιοι παρατηρούν;

Η αιτία στο… Αιγαίο

Η ανάκαμψη της ελληνικής ακτοπλοϊκής βιομηχανίας έφερε μεγαλύτερες δουλειές, αλλά και καινούργια πλοία στο Αιγαίο: Τουλάχιστον τέσσερα πέρασαν τον χειμώνα από τη ΝΕΖ, όπως αποκαλείται η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. Ανταγωνιστικότερα τιμολόγια, έπειτα από χρόνια κρίσης και μια γενικότερη αποστροφή από το ρίσκο της τρομοκρατίας, στην Τουρκία, είναι ένας ακόμη λόγος.

Ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνικών ακτοπλοϊκών έχει επίσης οδηγήσει σε ευρύτερες αναβαθμίσεις, πέραν της παραδοσιακής ετήσιας συντήρησης που υλοποιούν πρακτικά όλα τα πλοία της επιβατηγού ναυτιλίας. Η ανάπτυξη του εμπορικού λιμανιού του Πειραιά και ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός μεγάλων και μικρότερων πλοίων που «πιάνουν» εκεί είναι ένας επιπλέον λόγος. Τώρα φαίνεται πως και ο νέος βασικός μέτοχος του ΟΛΠ, η Coscο, έχει αρχίσει να φέρνει δουλειές, επιδιώκοντας αυτονόητα την ανάπτυξη της δραστηριότητας της ΝΕΖ από την οποία ο ΟΛΠ εισπράττει μισθώματα.

Τις μέρες αυτές, στις πίντες της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης είναι δεμένη η μήκους 150 μέτρων πλωτή πλατφόρμα κατασκευής υποθαλάσσιων αγωγών «Castoro Sei». Πλοίο που μεταξύ άλλων εργάστηκε για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream. Είναι ιδιοκτησίας της Saipem SpA, θυγατρικής της ιταλικής ενεργειακής ENI, αλλά την τεχνική του διαχείριση έχει, σύμφωνα με πληροφορίες, εταιρεία που διαθέτει συμφωνία συνεργασίας με την Cosco. Η τελευταία φέρεται να διαμεσολάβησε για την επισκευή του εδώ. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν πως αυτό δεν είναι παρά μόνον ένα από τα τέσσερα πλοία τέτοιου τύπου που η κινεζική εταιρεία έχει σκοπό να στείλει στο Πέραμα. Το «Castoro Sei» θα μείνει εκεί για εννέα μήνες, διάστημα στο οποίο θα γίνει η συντήρησή του αλλά και η εκπαίδευση του προσωπικού.

Ομως τα σχέδια της Cosco είναι ευρύτερα και σε συνδυασμό με τις παραπάνω παραμέτρους είναι πιθανόν να καταφέρουν να προσδώσουν βιωσιμότητα στη δειλή ανάκαμψη, που κάποιοι βλέπουν ήδη να έχει ξεκινήσει. Η κινεζική εταιρεία έχει δεσμευτεί να προχωρήσει σε επενδύσεις άλλων 350 εκατ. ευρώ, μεταξύ των οποίων και για να αναπτύξει τη ναυπηγοεπισκευή, με νέες μεγάλες πλωτές δεξαμενές, ικανές να διαχειριστούν πολύ μεγάλα πλοία.

Το σχέδιο περιλαμβάνει την αγορά καινούργιας πλωτής γέφυρας δεξαμενισμού ικανής να εξυπηρετήσει πλοία post panamax, με το κόστος ναυπήγησης και μεταφοράς της στον Πειραιά να υπολογίζεται στο επίπεδο των 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Σε δεύτερη φάση προβλέπεται επένδυση και σε δεύτερη πλωτή δεξαμενή. Επιτυχής υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αυξήσει το έργο για τις εταιρείες που λειτουργούν στο πλαίσιο της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης του ΟΛΠ, αλλά και ευρύτερα.