ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ολοκληρώθηκε η αξιολόγηση των διοικήσεων τραπεζών από ΤΧΣ

oloklirothike-i-axiologisi-ton-dioikiseon-trapezon-apo-tchs-2141904

Για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων από το επίπεδο των 100 δισ. ευρώ που διαμορφώνονται σήμερα στα 60 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019 έχουν δεσμευτεί οι εγχώριες τράπεζες έναντι του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) και της Τράπεζας της Ελλάδος. Παράλληλα, και σε άμεση σχέση με την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στην τελική ευθεία εισέρχονται οι διοικητικές αλλαγές στις τράπεζες, καθώς παραδόθηκε και στις διοικήσεις των τραπεζών η αξιολόγηση του ΤΧΣ. Σύμφωνα με πληροφορίες, Eurobank και Alpha Bank διαθέτουν τις πλέον ανεπτυγμένες δομές εταιρικής διακυβέρνησης και προτείνονται μικρές μόνο βελτιώσεις. Αντίθετα μεγαλύτερες παρεμβάσεις απαιτούνται στην Εθνική –όπου η πρόεδρος της τράπεζας κ. Λούκα Κατσέλη δεν εκπληρώνει ορισμένα κριτήρια του νόμου– καθώς και στην Τράπεζα Πειραιώς, όπου βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες ανανέωσης του διοικητικού συμβουλίου. Η παράδοση της αξιολόγησης, που υλοποιήθηκε για λογαριασμό του ΤΧΣ από τη Spencer Stuart, έγινε λίγες ημέρες μετά την καρατόμηση της διοίκησης του ταμείου, κάτι που έδωσε αφορμή για εικασίες για μεγαλύτερης εμβέλειας διοικητικές αλλαγές στις τράπεζες. Φαίνεται ότι μεταξύ των λόγων που οδήγησαν στην παύση της διοίκησης του ΤΧΣ είναι τα φτωχά αποτελέσματα των τραπεζών στην αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων και η απροθυμία του ΤΧΣ να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή.

Σε κάθε περίπτωση, τα χρονικά περιθώρια για τις τράπεζες έχουν στενέψει, ενώ η μη υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει έναντι του SSM για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων θα έχει άμεσες επιπτώσεις. Ετσι, στην 3ετία 2017-2019 οι τράπεζες θα πρέπει να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους από «κόκκινα» δάνεια ύψους 40 δισ. ευρώ ή περίπου 13 δισ. ευρώ, ενώ θα παρακολουθούνται σε τριμηνιαία βάση για την επίτευξη των στόχων. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό των τραπεζών, η μείωση των «κόκκινων» θα επιτευχθεί μέσω: αναδιαρθρώσεων – ρυθμίσεων προβληματικών δανείων, διαγραφών δανείων (έχουν σχηματίσει προβλέψεις ύψους περίπου 60 δισ. ευρώ) αλλά και πωλήσεων προβληματικών δανείων σε τρίτους.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, το περιβάλλον για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων έχει βελτιωθεί και υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Πλέον έχουν υιοθετηθεί σημαντικά νομοθετήματα, με αντικείμενο την επιτάχυνση της αναγκαστικής εκτέλεσης και γενικότερα των διαδικασιών στα δικαστήρια, τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών, καθώς και την απλοποίηση της εξυγίανσης και της ειδικής εκκαθάρισης των επιχειρήσεων. Επιπλέον η ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς δανείων (εξυπηρετούμενων ή μη), ώστε να διευρυνθεί ο αριθμός των συμμετεχόντων και να εμπλουτιστεί η τεχνογνωσία ως προς τη διαχείριση επισφαλών δανείων, η αναμόρφωση του πλαισίου εξωδικαστικού διακανονισμού χρέους, η βελτίωση των υποδομών της δικαιοσύνης και της εξειδικευμένης τεχνογνωσίας των δικαστών, η επίλυση χρόνιων ζητημάτων που σχετίζονται με τη φορολογική μεταχείριση διαγραφών και σχηματισμού προβλέψεων τόσο για τους δανειολήπτες όσο και για τους δανειστές και η εισαγωγή διατάξεων που εξασφαλίζουν τη συνεργασία των μετόχων στις προσπάθειες των τραπεζών για εξυγίανση επιχειρήσεων, αποτελούν πρωτοβουλίες-τομές για το τραπεζικό σύστημα και οι οποίες θα δώσουν ακόμα μεγαλύτερη ευελιξία στις τράπεζες.

Τρεις κινδύνους εντοπίζει η BoA

Απαισιόδοξη για τις εγχώριες τράπεζες εμφανίζεται σε έκθεσή της η Bank of America – Merrill Lynch, υπογραμμίζοντας ότι τα δομικά προβλήματα επισκιάζουν τα όποια θετικά σημεία για τις ελληνικές τράπεζες. Οι αναλυτές της τράπεζας ξεχωρίζουν τρεις μεγάλους δομικούς κινδύνους: την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου, τη δομή της χρηματοδότησης και την ποιότητα των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών. Οπως επισημαίνει, το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), που διαμορφώνεται στο 50%, είναι υπερβολικά υψηλό για να αντιμετωπιστεί μέσω μιας φυσικής διαδικασίας αύξησης του δανειακού χαρτοφυλακίου, σημειώνοντας ότι το πιθανότερο είναι να εφαρμοστεί ένας συνδυασμός λύσεων, μεταξύ των οποίων θα περιλαμβάνονται και επιλογές που δεν θα είναι φιλικές για τις τράπεζες. Από τις επιμέρους τράπεζες ξεχωρίζει την Alpha Bank.