ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τέλος στο βαλκανικό όνειρο των τραπεζών βάζει η κρίση

telos-sto-valkaniko-oneiro-ton-trapezon-vazei-i-krisi-2144818

Η υπογραφή του νέου μνημονίου δημιουργεί πρόσθετες δεσμεύσεις στις εγχώριες τράπεζες για τον περιορισμό των διεθνών δραστηριοτήτων τους, ενταφιάζοντας τις σχετικές φιλοδοξίες.
Ηδη οι θέσεις των εγχώριων τραπεζών στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης έχουν κατακρημνιστεί. Το χαρτοφυλάκιο δανείων στις χώρες του εξωτερικού, που είχε διαμορφωθεί στα 56,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2010, σήμερα έχει περιοριστεί στα 27,4 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 51,6%. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η μεγάλη μείωση οφείλεται στην αποχώρηση των εγχώριων τραπεζών από τις αγορές της Τουρκίας και της Πολωνίας, που αντιπροσώπευαν το 36% της διεθνούς τους παρουσίας, αλλά και στη μείωση κατά 21% του υπολοίπου δανείων στις χώρες που διατηρούν παρουσία.

Και έπεται συνέχεια. Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν σε περαιτέρω σημαντική μείωση των διεθνών τους δραστηριοτήτων –ειδικά η Πειραιώς και η Εθνική– που έλαβαν τη μεγαλύτερη κρατική βοήθεια στο πλαίσιο της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης. Σημειώνεται ότι η μείωση των διεθνών δραστηριοτήτων αποτελούσε προϋπόθεση για την έγκριση των σχεδίων αναδιάρθρωσης και τη λήψη της κρατικής βοήθειας.

«Επομένως», σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, «οι διεθνείς δραστηριότητες των ελληνικών τραπεζών αναμένεται να διαδραματίσουν εφεξής ελάσσονα ρόλο στη διαμόρφωση των συνολικών τους μεγεθών».
Κάπως έτσι τελειώνει άδοξα η επιθετική επέκταση των εγχώριων τραπεζών, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, και κορυφώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Από το 2000 μέχρι και το 2007 δεν υπήρχε χρονιά χωρίς κάποια ελληνική τράπεζα να εξαγοράζει μια ξένη ή να ιδρύει μια τράπεζα στο εξωτερικό!

Στο τέλος του 2007 οι εγχώριες τράπεζες είχαν δημιουργήσει μια μικρή αυτοκρατορία με παρουσία σε 15 χώρες (πέραν της Ελλάδας), έχοντας στον έλεγχό τους ένα δίκτυο καταστημάτων που αριθμούσε τα 3.500 σημεία και απασχολούσαν πάνω από 42.000 εργαζομένους! Το συνολικό ενεργητικό τους στο εξωτερικό ανερχόταν στα 90 δισ. ευρώ, ενώ οι χορηγήσεις δανείων ξεπερνούσαν τα 60 δισ. ευρώ. Ετσι οι ελληνικές τράπεζες, από μια βάση 10 εκατομμυρίων κατοίκων με ετήσιο ΑΕΠ τότε της τάξης των 210 δισ. ευρώ, αναδείχθηκαν σε αξιόλογο περιφερειακό παίκτη, έχοντας σημαντική παρουσία σε μια εκτεταμένη περιοχή που οριοθετούνταν βόρεια από την Ουκρανία και την Πολωνία, περιλαμβάνοντας σχεδόν όλες τις χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου και την Τουρκία, με νότιο σύνορο την Αίγυπτο. Η δυνητική αγορά των νέων χωρών αριθμούσε σχεδόν 300 εκατομμύρια κατοίκους με συνολικό ΑΕΠ 3,4 τρισ. ευρώ. Δηλαδή την τότε ελληνική οικονομία επί 16 φορές, δημιουργώντας μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον!

Θα μπορούσαν να διασωθούν οι θέσεις και οι επενδύσεις των εγχώριων τραπεζών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη; Σε μεγάλο βαθμό ναι, επισημαίνουν στελέχη τραπεζών, αρκεί να είχε αντιμετωπιστεί η κρίση αποτελεσματικά και η οικονομία και μαζί της οι τράπεζες να είχαν ανακτήσει ταχύτερα τον βηματισμό τους. Ομως αυτό δεν έγινε. Το αδιέξοδο του 2009 έφερε το πρώτο μνημόνιο, ωστόσο ακολούθησε αβεβαιότητα και αποτυχία στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, οδηγώντας στο δεύτερο μνημόνιο και κατόπιν στο τρίτο μνημόνιο, με την οικονομία να χάνει περίπου το 26% του ΑΕΠ και η ανεργία να ξεπερνά το 25%.

Κάθε ανακεφαλαιοποίηση έθετε τις διοικήσεις των τραπεζών αντιμέτωπες με πιο δύσκολες αποφάσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Finansbank, θυγατρικής μέχρι πρόσφατα της Εθνικής στην Τουρκία. Αν και οι πιστωτές πίεζαν για την πώληση της Finansbank από το 2013 η διοίκηση της ΕΤΕ απέκρουε τις πιέσεις και είχε επιτύχει να διατηρήσει την πλειονότητα των μετοχών της, ενώ θα πουλούσε σταδιακά το 40% της τουρκικής τράπεζας. Η προσπάθεια διατήρησης της θυγατρικής στην Τουρκία τερματίστηκε με την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, στην οποία υποχρεώθηκαν οι τράπεζες μετά τη μεγάλη περιπέτεια του 2015. Για τη λήψη νέας κρατικής βοήθειας η διοίκηση της ΕΤΕ αναγκάστηκε να συμφωνήσει στην πώληση του συνόλου των μετοχών της Finansbank, συναλλαγή που ολοκληρώθηκε τον προηγούμενο μήνα.