ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το ένα τρίτο των πωλήσεων έχασε η αγορά μη αλκοολούχων ποτών

to-ena-trito-ton-poliseon-echase-i-agora-mi-alkooloychon-poton-2145589

Το 32% του όγκου πωλήσεων απώλεσε από το 2009 έως το 2015 η εγχώρια αγορά μη αλκοολούχων ποτών, δεχόμενη πλήγμα από την οικονομική κρίση, αλλά και από τις αυξήσεις του ΦΠΑ, τόσο στη λιανική πώληση όσο και στην εστίαση. Η κατάσταση αυτή, ωστόσο, ώθησε τις εταιρείες του κλάδου να ενισχύσουν την εξωστρέφειά τους και την περίοδο της κρίσης το εμπορικό ισοζύγιο στην υποκατηγορία των αναψυκτικών έφτασε να είναι πλεονασματικό. Παρά τις όποιες απώλειες στην εγχώρια αγορά, οι εταιρείες χυμών και αναψυκτικών εξακολουθούν να έχουν ιδιαίτερα θετική συμβολή στην ελληνική οικονομία, τόσο σε επίπεδο παραγόμενου προϊόντος όσο και στην απασχόληση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με μελέτη που εκπόνησε το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Αναψυκτικών (ΣΕΒΑ), η συνολική επίδραση από την παραγωγή και διανομή μη αλκοολούχων ποτών εκτιμάται σε 2,24 δισ. ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί με το 1,3% του ΑΕΠ της Ελλάδας το 2015. Από αυτά, τα 958 εκατ. ευρώ (ή 43%) οφείλονται στον κλάδο Horeca (ξενοδοχεία, εστίαση, τροφοδοσία), τα 910 εκατ. ευρώ (ή 41%) στον κλάδο παραγωγής μη αλκοολούχων ποτών και τα υπόλοιπα 375 εκατ. ευρώ (16%) στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο μη αλκοολούχων ποτών. Εξάλλου, υπολογίζεται ότι για κάθε ευρώ που δαπανάται στην αγορά των προϊόντων του κλάδου (σε τιμές παραγωγού) δημιουργούνται 3,9 ευρώ προστιθέμενης αξίας στο σύνολο της οικονομίας. Ο κλάδος των μη αλκοολούχων ποτών απασχολεί άμεσα και έμμεσα το 1,4% της συνολικής απασχόλησης το 2015 στην Ελλάδα, ήτοι 49.750 θέσεις εργασίας, εκ των οποίων οι άμεσες θέσεις εργασίας στην παραγωγή και διανομή αλκοολούχων ποτών ανέρχονται σε 17.177 (0,48% της συνολικής απασχόλησης το 2015).

Σημαντικά είναι και τα έσοδα του κράτους από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές από τη δραστηριότητα του εξεταζόμενου κλάδου. Ειδικότερα, τα έσοδα του κράτους από φόρους και εισφορές που προκύπτουν άμεσα από την παραγωγή και διανομή μη αλκοολούχων ποτών εκτιμώνται σε 381 εκατ. ευρώ, ενώ αν περιληφθούν οι έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις, τα έσοδα από φόρους και εισφορές εκτιμώνται σε 787 εκατ. ευρώ.

Η εγχώρια αγορά αναψυκτικών, χυμών και άλλων μη αλκοολούχων ποτών εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε σε 645 εκατ. λίτρα το 2015, ελαφρά χαμηλότερα, κατά 1,3%, έναντι του 2014. Το 2009 πάντως ο όγκος πωλήσεων στην εγχώρια αγορά ανερχόταν σε 952 εκατ. ευρώ.

Πιο έντονη ήταν η υποχώρηση στους χυμούς και στα αναψυκτικά και μικρότερη στα υπόλοιπα μη αλκοολούχα ποτά. Επιπλέον, μεγαλύτερη σωρευτική πτώση παρουσιάζει η αγορά Horeca συγκριτικά με την αγορά λιανικής. Πάντως, η δυναμική της λιανικής αγοράς παρέμεινε αρνητική το 2015, ενώ στη Horeca σημειώθηκε το ίδιο έτος μικρή ανάπτυξη, γεγονός που εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση του τουρισμού.

Η μεγάλη συρρίκνωση της εγχώριας αγοράς είχε ως συνέπεια οι εταιρείες του κλάδου να στραφούν στις εξαγωγές. Βάσει των τελευταίων διαθέσιμων στοιχείων (2014) οι εξαγωγές αποτέλεσαν το 7,4% της εγχώριας παραγωγής, διπλασιάζοντας το μερίδιό τους τα τελευταία χρόνια. Κύριοι εμπορικοί εταίροι της ελληνικής βιομηχανίας μη αλκοολούχων ποτών είναι χώρες που γειτνιάζουν με την Ελλάδα, όπως η Κύπρος, η Βουλγαρία και η Ρουμανία.