ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στην FPS της Eurobank η δεύτερη άδεια για τη διαχείριση «κόκκινων» δανείων

stin-fps-tis-eurobank-i-deyteri-adeia-gia-ti-diacheirisi-kokkinon-daneion-2178854

Η εταιρεία FPS του ομίλου της Eurobank είναι η δεύτερη εταιρεία διαχείρισης «κόκκινων» δανείων, που έλαβε άδεια από τις αρμόδιες αρχές για τη δραστηριοποίησή της στην αγορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η αδειοδότηση της δεύτερης εταιρείας –η πρώτη είναι η Cepal, που έχουν δημιουργήσει από κοινού η Alpha Bank και η Aktua–, αρκετούς μήνες μετά την υποβολή της αίτησης, αποδίδεται στο ιδιαίτερα βαρύ θεσμικό πλαίσιο που έχει υιοθετηθεί για τις εταιρείες διαχείρισης και το οποίο λειτουργεί αποτρεπτικά για τους υποψήφιους ενδιαφερομένους.

Το συμπέρασμα αυτό πιστοποιεί και έκθεση ανεξάρτητου συμβούλου που μελέτησε το ρυθμιστικό πλαίσιο σε δέκα περίπου ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Ρουμανία κ.ά. Οι απαιτήσεις που έχουν τεθεί για την αδειοδότηση των εταιρειών στη χώρα μας είναι, όπως σημειώνεται, «αποτρεπτικές» και δεν είναι τυχαίο ότι από τον μακρύ κατάλογο των 15 υποψηφίων που έχουν εκδηλώσει μέχρι σήμερα ενδιαφέρον για τη δραστηριοποίησή τους στην αγορά των «κόκκινων» δανείων, μόλις δύο κατόρθωσαν να λάβουν άδεια. Ενδεικτικό της δυσκολίας που συνεπάγεται η δραστηριοποίηση στη διαχείριση επισφαλειών στη χώρα μας είναι το γεγονός ότι η FPS αποτελεί ουσιαστικά μετεξέλιξη υφιστάμενων εταιρειών (διαχείρισης οφειλών και ενημέρωσης δανειοληπτών), που ήδη λειτουργούσαν στο πλαίσιο του ομίλου της Eurobank και παρ’ όλα αυτά για την απόκτηση της άδειας χρειάστηκαν πολλοί μήνες. Σήμερα η FPS διαθέτει την απαραίτητη δομή για να λειτουργήσει άμεσα, αναλαμβάνοντας σταδιακά το συνολικό χαρτοφυλάκιο των «κόκκινων» δανείων της Eurobank. Στόχος είναι να διαχειριστεί και δάνεια άλλων τραπεζών από τον τεράστιο όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων στη χώρα μας, που φθάνουν τα 107 δισ. ευρώ.

Αποτρεπτικό παράγοντα για μεγάλο αριθμό εταιρειών από τους 15 περίπου ενδιαφερόμενους διαχειριστές όπως η LXM, η Centerbridge, η KAICAN και η Alvarez Marsal, αλλά και το αμερικανικό fund KKR μέσω τη ευρωπαϊκής πλατφόρμας για τη διαχείριση απαιτήσεων που έχει ιδρύσει, την Pillarstone, είναι το εύρος των απαιτήσεων που προβλέπει ο νόμος. Εκτός από την πλήρη ταυτοποίηση των μετόχων, αλλά και των χρηματοδοτών της εταιρείας, προκειμένου να είναι σαφείς οι πηγές προέλευσης των κεφαλαίων, το θεσμικό πλαίσιο επιβάλλει τον εξαντλητικό έλεγχο της καταλληλότητας των μετόχων. Προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη και στελέχωση λειτουργιών, όπως ο εσωτερικός έλεγχος, η κανονιστική συμμόρφωση, το ξέπλυμα χρήματος και γενικότερα διαδικασιών που διαθέτει μια τράπεζα, η οποία δεν κάνει μόνο διαχείριση, αλλά κάνει χρηματοδοτήσεις και δέχεται και καταθέσεις.

Οι προϋποθέσεις αυτές λειτουργούν ανασχετικά στην ταχεία αδειοδότηση, τη στιγμή μάλιστα που η συνήθης πρακτική για αυτές τις εταιρείες, με βάση και τη διεθνή εμπειρία που διαθέτουν, είναι να λειτουργούν αξιοποιώντας outsourcing μοντέλα για μια σειρά από παρόμοιες δραστηριότητες, με έδρα μάλιστα στο εξωτερικό – συνήθως το Λονδίνο. Ετσι οι απαιτήσεις της ελληνικής νομοθεσίας κάθε άλλο παρά προφανείς θεωρούνται για τα δεδομένα που ισχύουν διεθνώς, τη στιγμή μάλιστα που η δραστηριότητά τους δεν επεκτείνεται σε θέματα αναχρηματοδότησης δανείων, αλλά μόνο διαχείρισης.

Η επιδείνωση πάντως της πορείας των «κόκκινων» δανείων το πρώτο δίμηνο του έτους, κατά το οποίο προστέθηκαν επισφάλειες ύψους 1,5 δισ. ευρώ, δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για τις τράπεζες. Η εξέλιξη αυτή απομακρύνει την προοπτική επίτευξης των στόχων που έχουν τεθεί από τις εποπτικές αρχές για μείωση του μη εξυπηρετούμενου και φέρνει πιο κοντά την προοπτική πώλησης χαρτοφυλακίων σε funds, η δραστηριότητα των οποίων δεν απαιτεί άδεια ή άλλη προϋπόθεση.