ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από το κόσκινο της ΕΚΤ οι επενδυτικές τράπεζες

apo-to-koskino-tis-ekt-oi-ependytikes-trapezes

Οι επενδυτικές τράπεζες της Ευρώπης έχουν έναν καινούργιο λόγο να ανησυχούν για το 2019: τη σχολαστική εξέτασή τους από τις ρυθμιστικές αρχές. Καθώς λήγει μία πενταετία φθηνής πίστωσης και άφθονης ρευστότητας, οι ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν τα εσωτερικά μοντέλα των τραπεζών για να εξακριβώσουν την αντοχή τους στην αστάθεια των αγορών.

Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) της ΕΚΤ αναμένεται να στρέψει το ενδιαφέρον του στους ισολογισμούς των επενδυτικών τραπεζών. Σκοπεύει να ολοκληρώσει τον «στοχευμένο έλεγχο των εσωτερικών μοντέλων» που άρχισε το 2017. Τράπεζες όπως οι BNP Paribas, Deutsche Bank και Societe Generale έχουν όλες χρησιμοποιήσει δικά τους μοντέλα για να υπολογίσουν τον κίνδυνο που ενέχουν περιουσιακά τους στοιχεία και τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας.

Οι ρυθμιστικές αρχές υποπτεύονται εδώ και πολύ καιρό ότι οι μεγάλες τράπεζες χρησιμοποιούν τα δικά τους μοντέλα για να διατηρούν μικρότερο ύψος κεφαλαίων από αυτό που θα όφειλαν βάσει των τυποποιημένων μοντέλων που χρησιμοποιούν οι μικρότερες τράπεζες. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στην ΕΚΤ, οι επόπτες της εκφράζουν φόβους πως είναι ακατάλληλος ο τρόπος που υπολογίζουν τον κίνδυνο των περιουσιακών τους στοιχείων. Επισημαίνουν πως ορισμένες τράπεζες βασίζονται σε υπερβολικά «αισιόδοξες» υποθέσεις.

Η άλλη προτεραιότητα της ΕΚΤ θα είναι να εξετάσει τους ισολογισμούς των τραπεζών στους οποίους βρίσκονται συμβόλαια ασφάλισης έναντι κινδύνου πτώχευσης (CDS), μακροπρόθεσμα παράγωγα και επενδύσεις ιδιωτικών κεφαλαίων. Η αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων δεν μπορεί να καθοριστεί από τις τιμές της αγοράς και προκύπτει από τις υποθέσεις στις οποίες βασίζει τους υπολογισμούς της η εκάστοτε τράπεζα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, στους ισολογισμούς των τραπεζών της Ε.Ε. αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, τα λεγόμενα «Επιπέδου Τρία», έχουν περιοριστεί από τα 188 δισ. ευρώ στα 132 δισ. ευρώ μέσα στα τελευταία τρία χρόνια. Το ύψος τους παραμένει, πάντως, σημαντικό σε λίγες επενδυτικές τράπεζες. Στις Deutsche Bank, BNP και SocGen, τα περιουσιακά στοιχεία «Επιπέδου Τρία» αντιπροσωπεύουν αντιστοίχως το 47%, το 14% και το 18% των βασικών τους κεφαλαίων.

Εν ολίγοις, μια μικρή μεταβολή στις υποθετικές αποτιμήσεις τους θα μπορούσε να συνεπάγεται μεγάλο αντίκτυπο. Επειτα από μακρά περίοδο στη διάρκεια της οποίας οι αποδόσεις ήσαν χαμηλές, η αύξηση των επιτοκίων και οι σημαντικές μεταβολές στις αγορές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλη αύξηση των εσόδων των τραπεζών από τις πωλήσεις τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα, μπορεί να αρχίσει να αποδίδει καρπούς η διαδικασία μείωσης του κόστους. Αν, όμως, βρεθούν κάτω από το μικροσκόπιο των ρυθμιστικών αρχών τα πράγματα δεν θα είναι τόσο ευχάριστα.