ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εξαγορά της καναδικής Goldcorp από τη Newmont Mining

g_oik_world_b11--4

Μεγάλες κινήσεις συσπείρωσης παρατηρούνται στον κλάδο της εξόρυξης χρυσού, ενώ τα αποθέματα του πολύτιμου μετάλλου μειώνονται. Ο αμερικανικός κολοσσός Newmont Mining συμφώνησε να εξαγοράσει την ανταγωνίστριά του καναδική Goldcorp, η οποία διαθέτει επίσης χρυσωρυχεία, στο πλαίσιο συμφωνίας 10 δισ. δολαρίων.

Η συναλλαγή θα χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά με μετοχές και θα οδηγήσει στη δημιουργία του μεγαλύτερου ομίλου εξόρυξης χρυσού στον κόσμο. Η τάση συσπείρωσης στον κλάδο της εξόρυξης χρυσού εν μέρει προκαλείται από το γεγονός της υποχώρησης των τιμών του πολύτιμου μετάλλου και την ελάττωση όσων αποθεμάτων εντοπίζονται εύκολα, όπως επισημαίνει η εφημερίδα The Wall Street Journal. Εν τω μεταξύ, πέρυσι τον Σεπτέμβριο η καναδική Barrick Gold, επίσης εξορυκτική, εξαγόρασε τη Randgold Resources αντί 6 δισ. δολαρίων με τη χρήση μετοχών και μόνον.

Παραγωγή

Εάν εγκριθεί η πρόταση εξαγοράς της Newmont από την Goldcorp, η ενιαία εταιρεία θα υπερβεί σε παραγωγή την Barrick που επί σειράν ετών αποτελεί τον μεγάλο ανταγωνιστή της Newmont. Μάλιστα, προ πενταετίας είχαν φλερτάρει και με την ιδέα να συνενώσουν τις δυνάμεις τους. Οι πρόσφατες επιχειρηματικές κινήσεις πιθανώς να αναζωογονήσουν το ενδιαφέρον των επενδυτών για τον κλάδο, ο οποίος επί μακρόν είχε να τους προσφέρει αδιάφορες τιμές προϊόντος, μη αποδοτικές επενδύσεις και καταστροφικές εξαγορές και συγχωνεύσεις.

Ο Μαρκ Μπρίστοου, ο νέος διευθύνων σύμβουλος της καναδικής Βarrick, είχε προ δεκαπενθημέρου δηλώσει ότι, εάν δεν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές, ο κλάδος θα πάψει να έχει επενδυτικό ενδιαφέρον σε βάθος χρόνου. Τα μειούμενα αποθέματα χρυσού σε όλο τον κόσμο σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους εξόρυξης στρέφουν τις εταιρείες στο να αναζητήσουν τρόπους εξοικονόμησης κόστους. Εξ ου και, όπως επισημαίνει το ειδησεογραφικό πρακτορείο Βloomberg, επιλέγουν τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, ώστε να αναθερμάνουν τις δραστηριότητές τους και να διασφαλίσουν τα αποθέματα χρυσού σε βάθος χρόνου. Κι αυτό, γιατί είχε προηγηθεί μία δεκαετία δραστικών περικοπών στις δαπάνες ανίχνευσης και εντοπισμού νέων κοιτασμάτων, σύμφωνα με τον Αντριαν Χάμοντ, ο οποίος καλύπτει τις εταιρείες παραγωγής χρυσού στην Αφρική στη χρηματιστηριακή εταιρεία SBG Securities. Οι επενδυτές τιμώρησαν τον κλάδο για τη στάση του αυτή, κάτι το οποίο αποτυπώθηκε στην τιμή της μετοχής της Newmont, η οποία υποχώρησε κατά το ήμισυ από τα επίπεδα-ρεκόρ του 2011.

«Οι εταιρείες διαγκωνίζονται για να περικόψουν τις δαπάνες τους και παράλληλα να εμπλουτίσουν τα αποθέματά τους, οπότε η εξαγορά προβάλλει ως η ενδεδειγμένη λύση», τονίζει ο κ. Χάμοντ. Ο νέος όμιλος Newmont – Goldcorp θα έχει χρυσωρυχεία στην Αμερική, στην Αυστραλία και στην Γκάνα, παράγοντας τον χρόνο περί τα 7,9 εκατομμύρια ουγγιές χρυσού. Οι δύο όμιλοι ανακοίνωσαν πως θα πουλήσουν μέσα στην επόμενη διετία περιουσιακά τους στοιχεία συνολικής αξίας 1,5 δισ. δολαρίων – κάτι αντίστοιχο είχε δηλώσει και η ανταγωνίστρια Βarrick με αφορμή την εξαγορά της Randgold Resources, στοχεύοντας στο να επικεντρωθεί στα χρυσωρυχεία με τη βέλτιστη απόδοση. Από πλευράς της Νewmont, αυτή υποσχέθηκε πως σε πρώτη φάση από τη συγχώνευση θα εξοικονομήσει ποσόν 100 εκατ. δολαρίων τον χρόνο. Τέλος, όπως επισημαίνουν αναλυτές, τόσο η πώληση χρυσωρυχείων όσο και οι δύο μεγάλες συμφωνίες θα εντείνουν τις πιέσεις στις λοιπές εξορυκτικές εταιρείες.