ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το «κρυφό» παιχνίδι του Πεκίνου για να ηγηθεί στην υψηλή τεχνολογία

32791china_u

Εξαγοράζοντας εξειδικευμένες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας της Δύσης και χρηματοδοτώντας την εξέλιξή τους, η Κίνα έχει κατορθώσει να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη στην τεχνολογία ημιαγωγών.

Συχνά, μάλιστα, το επιτυγχάνει αθόρυβα, καθώς επενδύει μέσα από ένα πλέγμα φαινομενικώς ιδιωτών επενδυτών. Πίσω τους, όμως, κρύβονται κρατικοί φορείς. Και βέβαια οι εταιρείες της Δύσης διαπιστώνουν κατόπιν εορτής ότι έχουν διευκολύνει τον οικονομικό γίγαντα της Ασίας να εξελιχθεί σε παγκόσμιας κλίμακας δύναμη στους μικροεπεξεργαστές και να αναβαθμίσει τεχνολογικά ακόμη και τις ένοπλες δυνάμεις του.

Οπως εξηγεί αναλυτικό ρεπορτάζ των Financial Times, η άνοδος της κινεζικής NavTech αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα των μεθόδων που μετέρχεται το Πεκίνο για να δημιουργήσει ισχυρές βιομηχανίες ημιαγωγών.

Η σουηδική Silex

Η NavTech, που είχε ειδικευτεί στην υψηλή τεχνολογία δορυφόρων και αμυντικού εξοπλισμού, το 2015 εξαγόρασε τη σουηδική Silex Microsystems. Απέκτησε, έτσι, την τεχνογνωσία της στην παραγωγή επιταχυνσιόμετρων, γυροσκοπίων και άλλων μικροσκοπικών αισθητήρων.

Σύντομα ανακοίνωσε την ανέγερση μονάδας παραγωγής στο Πεκίνο αξίας 300 εκατ. δολαρίων, η οποία θα βασίζεται στην «τεχνολογία της Silex» στα μικροηλεκτρομηχανικά συστήματα. Πρόκειται για τα συστήματα που ενσωματώνονται στους μικροεπεξεργαστές, οι οποίοι με τη σειρά τους αποτελούν κεντρικό στοιχείο κάθε είδους υψηλής τεχνολογίας: από τα κινητά τηλέφωνα και τις ιατρικές συσκευές μέχρι τα αυτοκινούμενα οχήματα.

Οπως τονίζει η βρετανική εφημερίδα, στην εξαγορά της Silex πίσω από μια σειρά κινεζικών επενδυτικών εταιρειών holding βρίσκονταν κρατικά ταμεία της Κίνας. Η νέα μονάδα βρίσκεται τώρα σε ένα κρατικά ελεγχόμενο βιομηχανικό πάρκο και χρηματοδοτείται από το κρατικό ταμείο στήριξης της βιομηχανίας ημιαγωγών, το λεγόμενο Ταμείο Ενσωματωμένων Κυκλωμάτων του Πεκίνου. Η κατάκτηση της τεχνογνωσίας των μικροηλεκτρομηχανικών συστημάτων εντάσσεται στις προσπάθειες του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτηση της Κίνας από τις εισαγωγές τεχνολογίας στρατηγικής σημασίας. Αποτελεί παράλληλα εγγενές στοιχείο του προγράμματος «Made in China 2025», στο οποίο έχει ήδη επενδύσει εκατοντάδες δισ. δολάρια το Πεκίνο.

Η βρετανική εφημερίδα παραθέτει την εκτίμηση του Γέρκερ Χέλστρομ, αναλυτή στη Σουηδική Υπηρεσία Αμυντικών Ερευνών, που θεωρεί πιθανό να έχει άθελά της η Σουηδία διευκολύνει την τεχνολογική αναβάθμιση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Σημαντικότεροι ανταγωνιστές της Silex είναι η ευρωπαϊκή STMicroelectronics, η καναδική Teledyne Dalsa και η ταϊβανέζικη TSMC. Δεν είναι, όμως, η μοναδική σουηδική εταιρεία μικροηλεκτρομηχανικών συστημάτων που εξαγοράστηκε από κινεζική. Προ δύο ετών η επίσης σουηδική Norstel εξαγοράστηκε έναντι απροσδιόριστου τιμήματος από την κινεζική An Χin Capital.

Το πλέγμα επενδυτικών οχημάτων της Κίνας που έχουν χρηματοδοτήσει εξαγορές δυτικών εταιρειών ημιαγωγών καταδεικνύει τι είδους πρόκληση αντιμετωπίζουν οι ρυθμιστικές αρχές των δυτικών χωρών στην προσπάθειά τους να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους την τεχνολογία στρατηγικής σημασίας. Το 2017 η αμερικανική υπηρεσία ελέγχου ξένων επενδύσεων, γνωστή ως Cfius, απέτρεψε την εξαγορά της αμερικανικής εταιρείας ημιαγωγών Lattice από την Canyon Bridge Capital Partners. Ο λόγος ήταν πως οι επενδυτές στηρίζονταν από το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Κίνας China Reform Holdings που διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 30 δισ. δολαρίων. Δεν έχει καταστεί δυνατόν, όμως, να αποτραπούν άλλες εξίσου σημαντικές εξαγορές. Το 2015 η αμερικανική εταιρεία ημιαγωγών OmniVision που σχεδιάζει αισθητήρες εικόνας, εξαγοράστηκε από Κινέζους επενδυτές μεταξύ των οποίων και η ιδιωτική επενδυτική Hua Capital. Πίσω από αυτήν βρίσκεται όμως ο βασικός μέτοχος της κρατικής κινεζικής εταιρείας μικροεπεξεργαστών Tsinghua Unigroup.

Αντιδράσεις στην Ευρώπη

Η κινεζική επέλαση στην ευρωπαϊκή τεχνολογία έχει εξωθήσει πολλούς Ευρωπαίους πολιτικούς να ζητήσουν τη θέσπιση ευρωπαϊκού ελεγκτικού μηχανισμού αντίστοιχου της αμερικανικής Cfius. Ενας τέτοιος φορέας θα μπορούσε να εμποδίσει την εξαγορά στρατηγικής σημασίας τεχνολογίας από εταιρείες τρίτων χωρών. Το εύλογο αίτημά τους, όμως, έχει προσκρούσει στις αντιρρήσεις αρκετών χωρών της Ε.Ε. με αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί η πρόταση σε «ένα πλαίσιο συντονισμού» και τίποτε περισσότερο.