ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Καμπανάκι» ΔΝΤ για το υψηλό χρέος κρατών και επιχειρήσεων

g_oik_world_a01--2

Εχουν αυξηθεί οι κίνδυνοι στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών, ενώ το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε μια εποχή που επιβραδύνονται οι ρυθμοί ανάπτυξης. Αυτά είναι βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τις δύο ετήσιες εκθέσεις που δημοσίευσε χθες το ΔΝΤ: για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα και για τη δημοσιονομική αξιολόγηση των χωρών με σημαίνοντα ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Μέσα στην εβδομάδα, το ΔΝΤ εξέδωσε την έκθεσή του με τις προβλέψεις για τη διεθνή οικονομία, όπου προχώρησε στην τρίτη αρνητική αναθεώρηση των ρυθμών ανάπτυξης από τον Οκτώβριο. Την Τετάρτη, ειδικότερα, ανακοίνωσε ότι η ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία θα κινηθεί φέτος με τους χαμηλότερους ρυθμούς από το 2016.

Οσο η εαρινή σύνοδος του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ουάσιγκτον, το Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για επιδείνωση των συνθηκών στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η κατάσταση στις αγορές μπορεί να επιδεινωθεί από την παρατεταμένη αβεβαιότητα που επικρατεί για το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά και την υπόθεση του Brexit. «Ελλοχεύει ο κίνδυνος για μια απότομη επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος, δυσχεραίνοντας τις συνθήκες πίστωσης στις αγορές», αναφέρεται στην έκθεση του ΔΝΤ για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Θετικό ρόλο στην εξομάλυνση του επενδυτικού κλίματος έπαιξε, όμως, η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) να «παγώσει» την αύξηση των επιτοκίων της. Το ΔΝΤ συστήνει δε στους κεντρικούς τραπεζίτες να είναι ιδιαίτερα ξεκάθαροι όταν κοινοποιούν αλλαγές για την πορεία της νομισματικής πολιτικής. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην αύξηση του εταιρικού χρέους στις ΗΠΑ, ενώ σε ζώνη επικινδυνότητας βρίσκεται επίσης το εταιρικό χρέος στο 70% των χωρών που παίζουν συστημικό ρόλο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Στη δημοσιονομική έκθεση (Fiscal Monitor) το ΔΝΤ τονίζει πως το υψηλό δημόσιο χρέος δεν αφήνει περιθώρια στις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δαπάνες ή να μειώσουν τους φόρους για να ενισχύσουν την ανάπτυξη. Προβλέπει, μάλιστα, πως το δημόσιο χρέος της Ιταλίας θα έχει φθάσει το 138,5% του ΑΕΠ μέχρι 2024, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 3,5% του ΑΕΠ το 2021. Επιπροσθέτως, οι ανάγκες χρηματοδότησης του ιταλικού προϋπολογισμού το 2021 θα ανέλθουν στο 24,7% του ΑΕΠ καθώς θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν ομόλογα που θα λήγουν εκείνη την περίοδο. Πρόσφατα, η ιταλική κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα κάτω τις εκτιμήσεις για ανάπτυξη το 2019 από το 1% στο 0,2%, ενισχύοντας φόβους για εκτροχιασμό της δημοσιονομικής κατάστασής της.

Από την άλλη πλευρά, η Αυστραλία, η Γερμανία, η Κίνα και άλλες χώρες θα πρέπει να προετοιμαστούν για τη λήψη μέτρων στήριξης λόγω του κινδύνου μιας μεγαλύτερης του αναμενομένου επιβράδυνσης στην ανάπτυξη. Σε αυτήν την περίπτωση, οι χώρες αυτές θα πρέπει να υιοθετήσουν «περιορισμένα αλλά υψηλής ποιότητας μέτρα» δημοσιονομικής στήριξης.

Οι επιπτώσεις στα ομόλογα

Στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου με επίκεντρο την έκθεση παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, οι αρμόδιοι επικεφαλής του ΔΝΤ υπενθύμισαν τους κινδύνους που διατρέχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα από την πολιτική αβεβαιότητα που είναι ιδιαίτερα έντονη σε αρκετά μέρη του πλανήτη κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας. Σε ένα περιβάλλον αποστροφής του επενδυτικού κινδύνου, η αύξηση των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα θα μπορούσε να επιδεινώσει τις επιπτώσεις ενός δυσάρεστου γεγονότος, όπως το Brexit, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δήλωσε ο υπεύθυνος του ΔΝΤ για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, Τομπίας Αντριαν. Βέβαια, όπως τόνισε, η αύξηση των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα της Ιταλίας πέρυσι δεν προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, όπως η Ισπανία ή η Πορτογαλία. Ο ίδιος πάντως τόνισε ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν ενισχύσει την κεφαλαιακή τους βάση και έχει σημειωθεί πρόοδος στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. «Αλλά σε ορισμένες χώρες έχει αυξηθεί η έκθεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε τίτλους δημόσιου χρέους», συμπλήρωσε ο κ. Αντριαν.