ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενστάσεις ΕΚΤ στη συγχώνευση Deutsche Bank με Commerzbank

Ενστάσεις ΕΚΤ στη συγχώνευση Deutsche Bank με Commerzbank

Η ΕΚΤ αμφισβητεί κατά πόσον η ενδεχόμενη συγχώνευση των δύο μεγαλυτέρων τραπεζών της Γερμανίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ισχυρότερης τράπεζας, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg. Οι Deutsche Bank και Commerzbank έχουν αρχίσει από τον Μάρτιο επίσημες διαπραγματεύσεις, με στόχο τη συγχώνευσή τους, ωστόσο η πρωτοβουλία που υποστηρίχθηκε από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίζει όλο και περισσότερες αντιδράσεις τόσο από πολιτικούς όσο και από εργαζομένους.

Αρκετά μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ αμφισβήτησαν σε πρόσφατες συνεδριάσεις τη λογική της συγχώνευσης των δύο μεγαλύτερων τραπεζών της Γερμανίας, σύμφωνα με ανώνυμες πηγές που επικαλείται το Bloomberg. Οι αξιωματούχοι του ανεξάρτητου Εποπτικού Συμβουλίου, με επικεφαλής τον Αντρέα Ενρια, ανησυχούν πως η αξιοπιστία της ΕΚΤ ως εποπτικής αρχής θα υποστεί καίριο πλήγμα στην περίπτωση που εγκρίνουν τη συγχώνευση και στη συνέχεια η νέα τράπεζα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα. Η Deutsche Bank και η Commerzbank έχουν αρχίσει επίσημες διαπραγματεύσεις για τη συγχώνευσή τους μετά την αποτυχία της καθεμιάς ξεχωριστά τα προηγούμενα χρόνια να αναδιαρθρώσει τη λειτουργία της και να αυξήσει την κερδοφορία της.

Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών υπό τον Ολαφ Σολτς προωθεί αυτή την αμφιλεγόμενη λύση θέλοντας να δημιουργήσει έναν εθνικό πρωταθλητή που να μπορεί να υποστηρίζει σοβαρά τις γερμανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η επιλογή της συγχώνευσης αμφισβητείται όλο και πιο έντονα από Γερμανούς πολιτικούς που είναι αντίθετοι στο ενδεχόμενο να καλύψει το γερμανικό Δημόσιο μέρος της αύξησης κεφαλαίου, δεδομένου πως διαθέτει το 15% των μετοχών της Commerzbank. Αν και οι δύο επικεφαλής, ο Κρίστιαν Ζέβινγκ της Deutsche Bank και ο Μάρτιν Τσίλκε της Commerzbank, βρίσκονται σε επαφή με τις κανονιστικές αρχές, δεν έχουν ακόμη υποβάλει επίσημα σχέδια τα οποία θα μπορεί να εξετάσει η ΕΚΤ.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg που είχαν δει το φως της δημοσιότητας τις προηγούμενες εβδομάδες, η ΕΚΤ απαιτεί αφενός αύξηση κεφαλαίων, ώστε να μπορεί να καλύψει η νέα τράπεζα το κόστος της συγχώνευσης και να έχει απόθεμα αν κάτι δεν εξελιχθεί ομαλά, και αφετέρου λεπτομερές σχέδιο για τις απολύσεις προσωπικού στις οποίες θα προβούν. Σύμφωνα με χθεσινές πληροφορίες, ακόμη και αν αυξήσουν οι δύο τράπεζες τα κεφάλαιά τους (σε ποιο βαθμό, θα εξαρτηθεί από τη δομή της νέας τράπεζας) η ΕΚΤ δεν πρόκειται να δώσει τη συγκατάθεσή της παρά μόνον αν πειστεί για την επιχειρηματική λογική της συγχώνευσης. «Αν και η περικοπή κόστους και αλληλοεπικάλυψης (δραστηριοτήτων) στη Γερμανία θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε βελτίωση της κερδοφορίας, η συμφωνία δεν έλυνε τα δομικά προβλήματα που υπάρχουν στην γερμανική αγορά καταναλωτών. Επίσης θα αύξανε το ρίσκο και την πολυπλοκότητα στην εκτελούμενη επιχείρηση αναδιάρθρωσης των δύο τραπεζών και δεν θα επιδιόρθωνε αναγκαστικά τα προβλήματα που έχει ο επενδυτικός βραχίονας της Deutsche Bank», σχολιάζει η Ελίζα Μαρτινούτσι, αρθρογράφος του Bloomberg.

«Οχι» εργαζομένων

Παράλληλα, εκπρόσωποι των εργαζομένων στο εποπτικό συμβούλιο της Commerzbank προσπαθούν να ακυρώσουν τη συγχώνευση μέσω ψηφοφορίας σε έκτακτη συνεδρίαση του εποπτικού συμβουλίου. Ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι διαθέτουν τη δύναμη να συγκαλέσουν έκτακτη συνεδρίαση και να καταφέρουν να ακυρώσουν τις διαπραγματεύσεις για τη συγχώνευση.

Υπολογίζεται πως η συγχώνευση των δύο τραπεζών θα οδηγούσε στην απόλυση του 20% του προσωπικού.

Η υποστήριξη των εργαζομένων είναι σημαντική διότι καταλαμβάνουν τις μισές θέσεις στο εποπτικό συμβούλιο, ωστόσο μένει να φανεί κατά πόσον θα μπορούσαν να πείσουν τους εκπροσώπους των μετόχων στα εποπτικά συμβούλια των δύο τραπεζών να υποστηρίξουν τη θέση τους για ακύρωση της συγχώνευσης.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι εκπρόσωποι των μετόχων στα δύο εποπτικά συμβούλια επιφυλάσσονται να εκφράσουν άποψη μέχρι να δουν λεπτομερή σχέδια για τη συγχώνευση. Ωστόσο επενδυτές από το Κατάρ λέγεται πως δεν είναι ευτυχείς στην προοπτική να χρειαστεί να πάρουν μέρος σε ακόμη μία αύξηση κεφαλαίου.