ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση δασμών από τις ΗΠΑ σε κινεζικές εξαγωγές 200 δισ.

11gkat_27_page_1_image_0001

Σε φάση κλιμάκωσης εισέρχεται από χθες ο σινοαμερικανικός εμπορικός πόλεμος, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ υλοποίησε την απειλή που εκτόξευσε κατά της Κίνας το περασμένο Σαββατοκύριακο και αύξησε τουaς δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δισ. δολαρίων από 10% σε 25%. Η νέα όξυνση σημειώνεται υπό μάλλον παράξενες συνθήκες, καθώς το Πεκίνο απειλεί με μέτρα αντεκδίκησης, αλλά συνεχίζει τις συνομιλίες. Ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει πως επίσης συνεχίζει τις συνομιλίες και δεν υπάρχει «κανένας λόγος για βιασύνη», παρά την υποχώρηση στη  Wall Street, ενώ τα χρηματιστήρια της Κίνας κινούνται ανοδικά. Την  ίδια στιγμή, έντονη ανησυχία εξέφραζαν οι αμερικανικές επιχειρήσεις παραγωγής εξοπλισμού που προειδοποιούν για την απώλεια 400.000 θέσεων εργασίας στον κλάδο, συνεπεία των δασμών.

Με τις διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη και ελλείψει παρέμβασης του Αμερικανού προέδρου που να ανακαλεί την εντολή του για αύξηση των δασμών, η αμερικανική αρχή τελωνείων και προστασίας των συνόρων επέβαλε δασμούς 25% σε περισσότερες από 5.700 κατηγορίες προϊόντων που φορτώθηκαν από την Κίνα μετά τα μεσάνυχτα. Σύμφωνα, πάντως, με το γραφείο του Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ, εκπροσώπου Εμπορίου των ΗΠΑ, δεν αυξήθηκαν οι δασμοί σε όσα φορτία με κινεζικά προϊόντα έφυγαν από τα λιμάνια της Κίνας πριν από τα μεσάνυχτα. Είχαν προηγηθεί την Πέμπτη συνομιλίες διάρκειας 1,5 ώρας ανάμεσα στον αντιπρόεδρο της κινεζικής κυβέρνησης Λιου Χε,  τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν και τον εκπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ. Εξέπληττε ήδη αναλυτές και παρατηρητές το γεγονός ότι ο κ. Λιου δεν ματαίωσε τη μετάβασή του στην Ουάσιγκτον, καθώς το κλίμα ήταν εξαιρετικά τεταμένο τις τελευταίες πέντε ημέρες, από τη στιγμή που ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα επέβαλλε χθες αύξηση των δασμών.

Αιτία, όμως, της κίνησής του ήταν, σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση,  ότι προ μιας εβδομάδος κατέφθασε στην Ουάσιγκτον σημαντικά τροποποιημένο από το Πεκίνο το σχέδιο συμφωνίας στο οποίο είχαν καταλήξει οι δύο πλευρές ύστερα από μήνες συνομιλιών. Το Πεκίνο είχε διαγράψει όσες δεσμεύσεις είχε αναλάβει στο πλαίσιο των συνομιλιών για μεταρρύθμιση της κινεζικής νομοθεσίας στα πλέον ακανθώδη θέματα που απασχολούν την Ουάσιγκτον και οδήγησαν στον εμπορικό πόλεμο: στα ζητήματα κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας, κρατικών επιδοτήσεων στις κινεζικές επιχειρήσεις, εξαναγκαστικής παραχώρησης τεχνογνωσίας από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στις κινεζικές, αλλά και στο θέμα της χειραγώγησης του κινεζικού νομίσματος. Υπεραμυνόμενοι της στάσης της Κίνας, Κινέζοι αξιωματούχοι υποστήριξαν πως στη χώρα τους είναι εξαιρετικά περίπλοκη η διαδικασία μεταρρύθμισης των νόμων την οποία απαιτούσε η Ουάσιγκτον και κάλεσαν τους Αμερικανούς αξιωματούχους να εμπιστευθούν το Πεκίνο.

Οπως επισημαίνει το Reuters, οι διαπραγματεύσεις που, παρά το τεταμένο κλίμα, συνεχίστηκαν στην Ουάσιγκτον αποτελούσαν ακόμη μία προσπάθεια να σωθεί η εμπορική συμφωνία, καθώς θα μπορούσε να δώσει τέλος στον εμπορικό πόλεμο ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Εναν πόλεμο που κλιμακώθηκε το περασμένο καλοκαίρι, όταν το Πεκίνο προχώρησε σε αντίποινα επιβάλλοντας δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα,  αλλά είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, εδώ και περίπου 1,5 χρόνο, με τις απειλές του Αμερικανού προέδρου κατά της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο και στη συνέχεια με τους δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων.

Kλάδοι που πλήττονται

Το τελευταίο κύμα δασμών που τέθηκε χθες σε ισχύ πλήττει μια κινεζική βιομηχανία αξίας 20 δισ. δολαρίων που παράγει μόντεμ και ρούτερ, άλλες συσκευές μετάδοσης δεδομένων, όπως και την αξίας 12 δισ. δολαρίων βιομηχανία που παράγει πλακέτες κυκλωμάτων. Πρόκειται για είδη αναγκαία για ένα ευρύτατο φάσμα προϊόντων που παράγονται στις ΗΠΑ. Οι υψηλότεροι δασμοί θα επιβληθούν άλλωστε σε κινεζικά είδη επιπλώσεων, φωτιστικά, τμήματα αυτοκινήτων, ηλεκτρικές σκούπες και υλικά οικοδομών. Και βέβαια οι δασμοί που έχουν προηγηθεί έχουν ήδη πλήξει την κινεζική οικονομία. Τον Απρίλιο οι εξαγωγές της Κίνας σημείωσαν αιφνιδιαστική πτώση και, σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, αυτή οφείλεται στη μείωση των φορτώσεων προς τις ΗΠΑ κατά 13%, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Κίνας.

Την ίδια στιγμή, όμως, το κόστος του εμπορικού πολέμου είναι μεγάλο για τις ΗΠΑ. Οπως σχολίασε με εμφανώς επικριτική διάθεση για την πολιτική Τραμπ ο διευθύνων σύμβουλος της αμερικανικής Ενωσης Τεχνολογιών  Καταναλωτή, Γκάρι Σαπίρο, τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα θα πληρώσουν οι Αμερικανοί καταναλωτές και οι αμερικανικές επιχειρήσεις, όχι η Κίνα, όπως υποστηρίζει ο Αμερικανός πρόεδρος. Ο ίδιος χαρακτηρίζει «ολέθρια» κίνηση την αύξηση των δασμών σε μια βιομηχανία που, όπως τονίζει, «στηρίζει τουλάχιστον 18 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ». Διευκρινίζει μάλιστα πως οι δασμοί που έχουν ήδη επιβληθεί στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου αυξάνουν το κόστος του τεχνολογικού τομέα των  ΗΠΑ κατά περίπου 1 δισ. δολάρια τον μήνα. Ενα ποσό που, όπως υπογραμμίζει ο Γκάρι Σαπίρο, μπορεί να αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις μικρές επιχειρήσεις και τις νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς αυτές δυσκολεύονται να απορροφήσουν το πρόσθετο κόστος.

Το «υπερόπλο» των ομολόγων ύψους 1,1 τρισ. δολ.

«Νομίζω ότι τελικά οι Κινέζοι θα θελήσουν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις», προβλέπει ο Τζέιμς Γκριν, σύμβουλος στη McLarty Associates, που μέχρι τον Αύγουστο του περασμένου έτους ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος στον εμπορικό τομέα της αμερικανικής πρεσβείας στο Πεκίνο. Ο ίδιος θέτει, όμως, και το ερώτημα «πού θα στραφούν οι Κινέζοι για να αντεπιτεθούν;». Οπως τονίζουν οικονομικοί αλλά και πολιτικοί αναλυτές, το Πεκίνο διαθέτει επαρκές οπλοστάσιο για να αμυνθεί και να αντεπιτεθεί στις εμπορικές επιθέσεις της Ουάσιγκτον. Η χρήση των όπλων του, όμως, θα έχει κόστος.

Το «υπερόπλο» που κατέχει το Πεκίνο έναντι της Ουάσιγκτον δεν είναι άλλο από τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου αξίας 1,1 τρισ. δολαρίων, που βρίσκονται στα ταμεία του. Θα μπορούσε να προκαλέσει τεκτονικούς κραδασμούς στις αγορές αμερικανικών ομολόγων πουλώντας μέρος αυτών των ομολόγων. Και μόνον η φημολογία ότι Κινέζοι αξιωματούχοι πρότειναν να επιβραδύνει το Πεκίνο ή να διακόψει τις αγορές αμερικανικών ομολόγων ήταν πέρυσι αρκετή για να προκαλέσει αναταραχή στις αγορές. Οπως, όμως, επισημαίνει ο Εντ αλ Χουσάινι, στέλεχος της επενδυτικής Columbia Threadneedle Invesments, η Κίνα δεν έχει στην πραγματικότητα εναλλακτικές για να τοποθετήσει τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα που ανέρχονται στο ιλιγγιώδες ποσό των 3,1 τρισ. δολαρίων. Είναι, έτσι, μάλλον απίθανο να επιστρατεύσει το «πυρηνικό» της όπλο. Αν, άλλωστε, αρχίσει να πουλάει ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, η τιμή τους θα υποχωρήσει άμεσα και θα υποτιμηθεί η αξία του τεράστιου πλούτου που έχει στα χέρια της. Σημειωτέον ότι έως τώρα τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου βρίσκονται σε διαρκή άνοδο. Μια άλλη κίνηση αντεκδίκησης, αλλά και παράλληλης εξισορρόπησης των επιπτώσεων που προκαλούν στην κινεζική οικονομία οι δασμοί, θα ήταν η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος, του γουάν. Το ζήτημα της ισοτιμίας του γουάν έχει, έτσι κι αλλιώς, αποτελέσει αντικείμενο του εμπορικού πολέμου. Και δεν αποτελεί καινούργιο σημείο αιχμής ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η Ουάσιγκτον κατηγορεί εδώ και πολλά χρόνια το Πεκίνο ότι χειραγωγεί το κινεζικό νόμισμα διατηρώντας τεχνητά χαμηλή την ισοτιμία του για να διασφαλίσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις εξαγωγές κινεζικών προϊόντων. Στη διάρκεια του περασμένου έτους κι ενώ σοβούσε ο εμπορικός πόλεμος, το γουάν υποτιμήθηκε κατά 5,5% έναντι του δολαρίου προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ.  Οπως, όμως, τονίζει ο Tao Wang, στέλεχος του ομίλου UBS, ακόμη και μια νέα υποτίμηση του γουάν θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάληψη των μαζικών εκροών κεφαλαίου που έπληξαν την Κίνα το 2015. Ενδέχεται, έτσι, να μην καταφύγει ούτε σε αυτό το μέτρο.