ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μονόδρομος η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας

monodromos-i-klimakosi-toy-emporikoy-polemoy-ipa-amp-8211-kinas-2315739

Οικονομολόγοι και διεθνείς οργανισμοί όπως το ΔΝΤ έχουν επανειλημμένως κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις που θα έχει ο εμπορικός πόλεμος στην παγκόσμια οικονομία. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν απευθύνει εκκλήσεις στην Ουάσιγκτον να επιδείξει σύνεση ώστε να αποφύγουν τις παρενέργειες των δασμών στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων. Και τα χρηματιστήρια κλυδωνίζονται κάθε φορά που φαίνεται να οδηγούνται σε αδιέξοδο οι συνομιλίες ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η κλιμάκωση, όμως, του σινο-αμερικανικού πολέμου φαίνεται πλέον αναπόφευκτη, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν δείχνει διάθεση να υποχωρήσει έστω κι αν στο βάθος θέλει να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση.

Επειτα από επανειλημμένες παρατάσεις στην ανακωχή που είχαν συμφωνήσει οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας από τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους και αφού ακολούθησε σειρά  αισιόδοξων ρεπορτάζ για την πορεία των διαπραγματεύσεων, την Παρασκευή η Ουάσιγκτον αύξησε τους δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων αξίας 200 δισ. δολαρίων. Πρόκειται, για 5.700 κατηγορίες κινεζικών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας που είναι αναγκαία για τις αμερικανικές βιομηχανίες όπως τα μόντεμ, τα ρούτερ και οι πλακέτες κυκλωμάτων. Η κίνηση διέψευσε τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί τους τελευταίους μήνες ότι η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο ετοιμάζονταν να συνάψουν συμφωνία.

Αναμένεται, βέβαια, να πλήξει αναπόφευκτα τις αμερικανικές επιχειρήσεις που σπεύδουν να προειδοποιήσουν την Ουάσιγκτον για τον κίνδυνο να χαθούν έως και 400.000 θέσεις εργασίας. Προκάλεσε, άλλωστε, κραδασμούς στα χρηματιστήρια ανά τον κόσμο, παρά το ότι την είχε προαναγγείλει ο Αμερικανός πρόεδρος από την περασμένη Κυριακή.

Οφείλεται, όμως, σε έναν ελιγμό του Πεκίνου που φάνηκε να δικαιολογεί αυτή τη φορά τη στάση του Αμερικανού προέδρου και παράλληλα να δικαιώνει όσους αναλυτές θεωρούσαν αδύνατη τη σύγκλιση ανάμεσα στις δύο πλευρές προεξοφλώντας πως η Κίνα δεν θα υποχωρήσει ποτέ σε  θέματα στρατηγικής σημασίας. Ο λόγος για την απόφαση του Πεκίνου να στείλει στην Ουάσιγκτον τροποποιημένο το σχέδιο συμφωνίας στο οποίο είχαν καταλήξει οι δύο πλευρές έπειτα από διαπραγματεύσεις μηνών.

Ουσιαστικά το Πεκίνο είχε διαγράψει από το κείμενο κάθε δέσμευσή του να τροποποιήσει τη νομοθεσία του και να αλλάξει τακτική στα ακανθώδη θέματα που απασχολούν τις ΗΠΑ: στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, στην εξαναγκαστική μεταφορά τεχνογνωσίας από τις αμερικανικές στις κινεζικές επιχειρήσεις, στις επιδοτήσεις σε κινεζικές επιχειρήσεις και στη χειραγώγηση του γουάν. Πρόκειται, άλλωστε, για τις πρακτικές της Κίνας που δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν θεμιτές  και η Ουάσιγκτον έχει ζητήσει νομικά δεσμευτικές κινήσεις από το Πεκίνο. Αυτή τη φορά με την κίνησή του το Πεκίνο επέτυχε να συσπειρώσει πλήρως τους σκληρούς  και τους διαλλακτικούς της αμερικανικής κυβέρνησης η οποία προσάπτει στην Κίνα ότι έχει πάγια τακτική να δίνει υποσχέσεις και ποτέ να μην τις υλοποιεί. Σχημάτισαν, έτσι, ενιαίο μέτωπο και συμφώνησαν ομόφωνα στην επιβολή των επίμαχων δασμών.

Δεν πρόκειται, βέβαια, για την πρώτη φορά που οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου διαψεύδουν τις προσδοκίες για σύναψη συμφωνίας. Το παράδοξο είναι, όμως, πως δεν διακόπτονται οι συνομιλίες, μολονότι η Κίνα δηλώνει αποφασισμένη να προβεί σε αντίποινα. Και το ερώτημα είναι σε τι είδους αντίποινα μπορεί να προβεί το Πεκίνο, καθώς είναι εξαιρετικά περιορισμένα τα περιθώριά του να απαντήσει αυξάνοντας τους δασμούς στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων. Από τον Ιούλιο του περασμένου έτους έχει αυξήσει τους δασμούς σε  αμερικανικά προϊόντα αξίας 110 δισ. δολαρίων.

Τον Σεπτέμβριο προχώρησε σε αντίστοιχη αύξηση των δασμών σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 60 δισ. δολαρίων, μεταξύ των οποίων και το υγροποιημένο φυσικό αέριο και τα μικρά αεροσκάφη. Δεν απομένουν παρά μόνον αμερικανικά προϊόντα αξίας μόλις 10 δισ. δολαρίων στα οποία θα μπορούσε να αυξήσει δασμούς. Κι όλα αυτά ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί να αυξήσει τους δασμούς στα υπόλοιπα προϊόντα της Κίνας που εισάγονται στις ΗΠΑ και είναι αξίας 325 δισ. δολαρίων. 

Το «υπερόπλο» του 1,1 τρισ. που έχει το Πεκίνο στη μάχη των δασμών

Οι συνομιλίες ανάμεσα στο Πεκίνο και στην Ουάσιγκτον συνεχίζονται και ο Αμερικανός πρόεδρος εκτιμά πως δεν συντρέχει λόγος βιασύνης.  Η επόμενη κίνηση αναμένεται να είναι της Κίνας που δηλώνει πρόθυμη για διαπραγμάτευση αλλά και έτοιμη να προασπίσει τα συμφέροντά της. Το ερώτημα είναι λοιπόν ποιο ακριβώς είναι το οπλοστάσιο που μπορεί να επιστρατεύσει το Πεκίνο πέραν της ατελέσφορης ανταλλαγής δασμών.

Το «υπερόπλο» που έχει στην κατοχή του και μπορεί να στρέψει εναντίον της Ουάσιγκτον είναι τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου αξίας 1,1 τρισ. δολ. Η Κίνα είναι δηλαδή ο υπ’ αριθμόν ένα πιστωτής της υπερδύναμης. Θα μπορούσε να προκαλέσει τεκτονικούς κραδασμούς στις αγορές αμερικανικών ομολόγων, πωλώντας μέρος αυτών. Είναι ενδεικτικό ότι πέρυσι προκάλεσε αναταραχή στις αγορές ομολόγων η φημολογία ότι το Πεκίνο εξέταζε τη δυνατότητα να περιορίσει τις αγορές αμερικανικών ομολόγων ή ενδεχομένως να τις διακόψει πλήρως.  Οπως, όμως, ισχύει για κάθε «πυρηνικό» όπλο, η Κίνα έχει ισχυρό κίνητρο για να μην το επιστρατεύσει. Και αυτό δεν είναι άλλο από τις παρενέργειες στην ίδια. Αν, δηλαδή, το Πεκίνο άρχιζε να πωλεί ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, θα έπληττε πράγματι τις ΗΠΑ  αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της υπερδύναμης. Παράλληλα, όμως, θα οδηγούσε τις τιμές των αμερικανικών ομολόγων σε υποχώρηση υπονομεύοντας, έτσι, την αξία του πλούτου που κατέχει.

Θεωρητικά το Πεκίνο θα μπορούσε να καταφύγει σε μια νέα υποτίμηση του γουάν με την οποία θα εξουδετέρωνε τον αντίκτυπο των δασμών τόσο σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών εξαγωγών όσο και σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο στην εγχώρια οικονομία. Εχει, όμως, και σε αυτήν την περίπτωση λόγους να αποφύγει κάτι τέτοιο.  Θα διακινδύνευε μια επανάληψη των μαζικών εκροών κεφαλαίων που αντιμετώπισε το καλοκαίρι του 2015 όταν κατέρρεαν τα κινεζικά χρηματιστήρια και το γουάν βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Η Ουάσιγκτον κατηγορεί το Πεκίνο ότι χειραγωγεί το νόμισμα για να εξασφαλίζει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στα κινεζικά προϊόντα. Εχει επανειλημμένως ζητήσει από την Κίνα να επιτρέψει την ελεύθερη διακύμανση του νομίσματος από την εποχή του Μπαράκ Ομπάμα.

Στη διάρκεια του περασμένου έτους κι ενώ σοβούσε ο εμπορικός πόλεμος, το γουάν υποτιμήθηκε κατά 5,5% έναντι του δολαρίου. Προκάλεσε, έτσι, επανειλημμένως την οργισμένη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ. Στη διάρκεια της εβδομάδας υποχώρησε, άλλωστε, εκ νέου κατά 1,3%, αν και  ανέκαμψε ελαφρώς στο τέλος της εβδομάδας έπειτα από παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας.