ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ισχυροί της Ευρώπης να στηρίξουν την ανάπτυξη

22gkat_27_page_1_image_0001

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με χαμηλό δημόσιο χρέος θα πρέπει να αξιοποιήσουν κάθε μέσο δημοσιονομικής πολιτικής που έχουν στη διάθεσή τους για να τονώσουν την ανάπτυξη σε μια αρκετά κρίσιμη περίοδο, τονίζει ο ΟΟΣΑ στην οικονομική έκθεση που δημοσίευσε χθες. Οι προκλήσεις δεν είναι μόνο βραχυπρόθεσμες αλλά και μεσοπρόθεσμες, λόγω του εμπόλεμου κλίματος στο παγκόσμιο εμπόριο, προειδοποιεί ο διεθνής οργανισμός.

O ΟΟΣΑ σημειώνει πως μία δεκαετία μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου εξακολουθούν να εξαρτώνται από την επεκτατική νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών. Ομως, εκεί όπου η ζήτηση είναι αδύναμη, όπως στην Ευρωζώνη, οι κυβερνήσεις που έχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια οφείλουν να αναλάβουν δράση και να λειτουργήσουν συντονισμένα. Εκμεταλλευόμενες το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων, μπορούν να προωθήσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με απώτερο στόχο την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης, χρηματοδοτώντας δημόσιες επενδύσεις. Ο κόσμος είναι διαφορετικός σε σχέση με τη συγχρονισμένη ανάπτυξη που συντελούνταν προ 18μήνου, με το εμπόριο και τις επενδύσεις να έχουν συρρικνωθεί αισθητά, ιδιαίτερα στην Ασία και στην Ευρώπη. Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα, αλλά κι εκεί αρχίζει να φθίνει η θετική επίδραση των μέτρων μείωσης της φορολογίας που εφάρμοσε η κυβέρνηση Τραμπ στις αρχές του 2018. 

Ο μεταποιητικός κλάδος έχει δεχθεί βαρύ πλήγμα από την επιβολή δασμών και τη συνακόλουθη αβεβαιότητα που δημιουργείται για την πορεία των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου. Λόγω της δυσοίωνης προοπτικής στην παγκόσμια οικονομία, επιπτώσεις θα υποστεί επίσης ο κλάδος υπηρεσιών, ο οποίος προς το παρόν έχει διαφύγει από την «καταιγίδα» που προκλήθηκε στον μεταποιητικό κλάδο και στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα από την πολιτική προστατευτισμού που ασκεί η κυβέρνηση Τραμπ.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΟΣΑ, η ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία θα ενισχυθεί μόνο κατά 3,2% φέτος και θα φθάσει το 3,4% το 2020, σημειώνοντας σαφώς χαμηλότερες επιδόσεις συγκριτικά με τρεις δεκαετίες πριν ή ακόμη και το 2017-18. Το στίγμα του εμπορικού πολέμου στη μεσοπρόθεσμη προοπτική της παγκόσμιας οικονομίας αντανακλάται στις απαισιόδοξες προβλέψεις του ΟΟΣΑ για τις επενδύσεις. Αναμένεται να αυξηθούν κατά 1,75% το 2019-20 έναντι του 3,5% που είχε καταγραφεί την περίοδο 2017-18. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως στις προβλέψεις αυτές δεν ενσωματώνονται οι τελευταίες δυσμενείς εξελίξεις – δηλαδή, η αύξηση των δασμών στις ΗΠΑ από το 10% στο 25% εις βάρος κινεζικών εξαγωγών 200 δισ. δολαρίων ύστερα από το αδιέξοδο των εμπορικών συνομιλιών με το Πεκίνο. Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει πως η ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία μπορεί να επιβραδυνθεί κατά ακόμη 0,6% μέσα στην επόμενη διετία με τριετία εάν ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις από την πρόσφατα κλιμάκωση των εντάσεων ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα. 

Το κλίμα εμπορικού πολέμου αναμένεται να εντείνει, επίσης, την εισοδηματική ανισότητα που η ανάκαμψη μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 δεν κατάφερε να θεραπεύσει. Αν και η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 40ετίας, οι πραγματικοί μισθοί αναμένεται να ενισχυθούν κατά 1,5%, ετησίως, δηλαδή χαμηλότερα από το 2% που ίσχυε μία δεκαετία πριν από την κρίση σε μια «τυπική οικονομία του ΟΟΣΑ». Ο διεθνής οργανισμός τονίζει, τέλος, πως κυβερνήσεις και επιχειρήσεις οφείλουν να εφαρμόσουν σειρά μέτρων για την προσαρμογή του κόσμου στην εποχή της ψηφιοποίησης.

Ο ιδιωτικός δανεισμός

Ο ΟΟΣΑ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την αύξηση του χρέους στον ιδιωτικό τομέα των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Αναφέρει δε πως η συνολική αξία των εταιρικών ομολόγων, εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού κλάδου, έχει σχεδόν διπλασιαστεί από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, προσεγγίζοντας τα 13 τρισ. δολάρια. Αναλυτές έχουν, επίσης, προειδοποιήσει για τη μεγάλη αύξηση των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει επιχειρήσεις, εστιάζοντας και στα ομόλογα που βρίσκονται σε χαμηλότερες επενδυτικές βαθμολογίες και άρα είναι ευάλωτα σε μια υποβάθμιση, εάν επιδεινωθούν οι οικονομικές συνθήκες.

Από την άλλη πλευρά, ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Τζερόμ Πάουελ δήλωσε πως δεν υπάρχει κίνδυνος για το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα από το εταιρικό χρέος υψηλού ρίσκου, μια κατηγορία που δεν συμπεριλαμβάνει ομόλογα με επενδυτική βαθμολογία. Σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Φλόριντα για τις χρηματοοικονομικές αγορές, ο κ. Πάουελ είπε πως παρά το ότι η αγορά των ριψοκίνδυνων εταιρικών δανείων ανέρχεται στο 1,2 τρισ. δολάρια, δεν απειλεί το υφιστάμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα. «Λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τους κινδύνους που προκύπτουν από το εταιρικό χρέος, αλλά θεωρούμε πως το σύστημα είναι αρκετά ισχυρό για να διαχειριστεί ενδεχόμενες απώλειες», δήλωσε ο Αμερικανός κεντρικός τραπεζίτης. Σημείωσε δε πως είναι αβάσιμες οι συγκρίσεις με την κρίση στην αγορά στεγαστικής πίστης που ξέσπασε προ δεκαετίας και οδήγησε στη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου.