ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέους όρους θέτει το Πεκίνο για το «ραντεβού» Τραμπ – Σι

neoys-oroys-thetei-to-pekino-gia-to-rantevoy-tramp-amp-8211-si-2324501

Καθώς πλησιάζει η αυριανή συνάντηση των ηγετών του G20 στην Οσάκα της Ιαπωνίας, τα επιτελεία των προέδρων ΗΠΑ και Κίνας αφήνουν να διαρρεύσουν αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες. Παραμένει, έτσι, ακόμη αμφίβολο κατά πόσον οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών θα συμφωνήσουν τουλάχιστον σε μια επανέναρξη των μεταξύ τους συνομιλιών.

Σύμφωνα με την κινεζική εφημερίδα South China Morning Post, οι δύο πλευρές επιχειρούν ένα είδος ανακωχής ενόψει της επικείμενης συνάντησής τους στο περιθώριο του G20. Το σχετικό δημοσίευμα δεν αναφέρει, πάντως, λεπτομέρειες της συμφωνίας που θα διασφαλίσει την ανακωχή. Αφήνει, ωστόσο, να εννοηθεί ότι η συναίνεση του Τραμπ σε αυτή την αρχική ανακωχή αποτελεί προϋπόθεση για να πραγματοποιηθεί τελικά η συνάντηση των δύο ηγετών. Από αμερικανικής πλευράς ισχύει ακόμη η ανακοίνωση που εξέδωσε την Τετάρτη ο Λευκός Οίκος ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα συναντήσει τον Κινέζο ομόλογό του στην Οσάκα το Σάββατο το πρωί στις 11.30 τοπική ώρα.

Στο μεταξύ, όμως, αναλυτικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal επικαλείται Κινέζους αξιωματούχους σύμφωνα με τους οποίους ο Σι Τζινπίνγκ θα θέσει στον Αμερικανό πρόεδρο δέσμη όρων για να συναντηθεί μαζί του και να επιδιώξει συμφωνία που θα επαναφέρει την ηρεμία στις αγορές. Οι Κινέζοι αξιωματούχοι, που δεν κατονομάζονται στο εν λόγω ρεπορτάζ, υποστηρίζουν πως το Πεκίνο επιμένει να άρει η Ουάσιγκτον τον αποκλεισμό της Huawei από την αμερικανική αγορά και τους δασμούς που έχει ήδη επιβάλει στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, αλλά και να αποσύρει το αίτημα για αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών στην Κίνα. Ο τελευταίος αυτός όρος δικαιολογημένα εμπνέει απαισιοδοξία καθώς πρόκειται για αίτημα της Ουάσιγκτον που το Πεκίνο είχε δεχθεί να ικανοποιήσει όταν οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν τον Δεκέμβριο και πάλι στο περιθώριο του G20 στο Μπουένος Αϊρες.

Σύμφωνα, πάντα, με τη Wall Street Journal, έχει προηγηθεί στη διάρκεια της εβδομάδας τηλεφωνική επικοινωνία του Αμερικανού διαπραγματευτή για θέματα Εμπορίου Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ και του Κινέζου ομολόγου του Λιου Χε. Η αμερικανική εφημερίδα επικαλείται και πάλι πηγές προσκείμενες στις διμερείς επαφές, σύμφωνα με τις οποίες οι δύο διαπραγματευτές συζήτησαν τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να επαναφέρουν τις διμερείς επαφές σε εποικοδομητική πορεία. Συμφώνησαν, επίσης, να συναντηθούν στην Οσάκα πριν από τη συνάντηση των προέδρων τους. Οπως, πάντως, σχολιάζει η WSJ, είναι απολύτως άγνωστο τι μπορούν να επιτύχουν οι δύο αξιωματούχοι και κατά πόσον εγκρίνουν τις κινήσεις τους οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι.  Για την αμερικανική πλευρά ζητούμενο είναι να δεχθεί το Πεκίνο την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων από το σημείο στο οποίο είχαν μείνει όταν διακόπηκαν απότομα τον Απρίλιο. Τόσο οι Κινέζοι όσο και οι Αμερικανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι οι μεταξύ τους συνομιλίες είχαν φτάσει πολύ κοντά στη σύναψη εμπορικής συμφωνίας όταν κατέρρευσαν οι συνομιλίες επειδή το Πεκίνο υπαναχώρησε σε όλα όσα είχε δεχθεί έως εκείνη τη στιγμή. Γι’ αυτό και, σύμφωνα με τα μέλη της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας, εναπόκειται πλέον στην καλή θέληση του Πεκίνου η επανεκκίνηση των διμερών συνομιλιών. Μιλώντας την Τετάρτη στο αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο Fox Business Network, ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε ότι «είχαμε φτάσει ώς εκεί και πιστεύαμε πως είχαμε ήδη καταλήξει σε συμφωνία, και τότε μας είπαν ότι δεν επρόκειτο τελικά να μας ικανοποιήσουν ορισμένα από όσα αιτήματά μας είχαν ήδη δεχθεί».

Ηγέτες υπό πίεση 

Το κλίμα και η ατζέντα των συνομιλιών ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου στο περιθώριο toυ G20 αναμένεται να είναι εντελώς διαφορετικά από την τελευταία συνάντηση των Τραμπ και Σι στο Μπουένος Αϊρες τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Τότε, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δείπνησε με τον Κινέζο ομόλογό του σε χαλαρό κλίμα. Η κινεζική ηγεσία ήταν ανήσυχη για την πορεία της κινεζικής οικονομίας, που επιβραδυνόταν, και ο Σι Τζινπίνγκ έδειχνε πρόθυμος για παραχωρήσεις προκειμένου να συνάψει συμφωνία και να τονώσει την επιχειρηματική εμπιστοσύνη στη χώρα του. Μεσολάβησε η σύλληψη υψηλόβαθμου στελέχους της Huawei από τις Αρχές του Καναδά που λειτούργησαν καθ’ υπόδειξιν της Ουάσιγκτον. Οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώθηκαν. Στη συνέχεια, η Ουάσιγκτον άρχισε να κατηγορεί την Huawei για κατασκοπεία και κατέληξε να την αποκλείσει από κάθε συνεργασία με τις αμερικανικές επιχειρήσεις, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφαλείας.  Οι εξελίξεις προκάλεσαν  κύμα  αντιδράσεων στην Κίνα. Τόσο η πολιτική ηγεσία όσο και η κοινή γνώμη κατηγορούν την Ουάσιγκτον ότι προφασίζεται εμπορικά ζητήματα για να ανακόψει την άνοδο της Κίνας και να υπονομεύσει το οικονομικό της μοντέλο που βασίζεται στη στήριξη του κράτους και έχει επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης επί δεκαετίες. Εν ολίγοις, ο Κινέζος πρόεδρος αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας του και δεν είναι εύκολο να προβεί σε παραχωρήσεις. Παράλληλα, ο πρόεδρος Τραμπ θα αντιμετωπίσει δριμύτατες επικρίσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ αν δείξει υποχωρητικότητα απέναντι στο Πεκίνο, αφού πρώτα επιβάρυνε τους Αμερικανούς καταναλωτές με τους δασμούς που κατέστησαν ακριβότερα τα κινεζικά προϊόντα.