ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εξυγίανση με υψηλές ζημίες για Deutsche Bank

exygiansi-me-ypsiles-zimies-gia-deutsche-bank-2329772

Oι αλλαγές έχουν πάντα κόστος, είτε μικρό είτε μεγάλο, οποιοσδήποτε κι αν τις κάνει, κυβέρνηση, άνθρωπος ή εταιρεία. Αυτή είναι και η περίπτωση του γερμανικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος της Deutsche Bank (DB), η οποία εμφάνισε το δεύτερο τρίμηνο τρέχοντος υψηλότερες ζημίες από όσες είχε προβλέψει. Αυτές ανέρχονται σε 3,15 δισ. ευρώ και υποδηλώνουν και το πόσο σημαντικά είναι τα ζητήματα τα οποία καλείται να επιλύσει ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Κρίστιαν Σέβινγκ, ενόσω θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο εξυγίανσής της και προσδοκά αποκατάσταση κερδοφορίας προσεχώς. Αρχικά η τράπεζα είχε προβλέψει ότι θα επωμιστεί το β΄ τρίμηνο ζημίες 2,8 δισ. ευρώ λόγω αναδιοργάνωσης και ότι θα απολύσει 18.000 εργαζομένους επί συνόλου 91.500 διεθνώς. Η περικοπή του προσωπικού θα της κοστίσει συνολικά 7,4 δισ. ευρώ. Επιπροσθέτως, η DB θα συγκροτήσει μία αποκαλούμενη «κακή τράπεζα» για να διαχειριστεί επισφαλή περιουσιακά στοιχεία 74 δισ. ευρώ, τα οποία θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια.

Τελικώς, οι πραγματικές τριμηνιαίες ζημίες ανήλθαν σε 3,15 δισ. ευρώ σε σύγκριση με τις προβλεπόμενες των 2,8 δισ. ευρώ. Το ίδιο χρονικό διάστημα του 2018 η Deutsche Bank είχε εμφανίσει κέρδη 401 εκατ. ευρώ. Τα καθαρά έσοδα ελαττώθηκαν 6%, στα 6,2 δισ. ευρώ, ενώ στην επενδυτική της τράπεζα τα έσοδα μειώθηκαν 18% έναντι του 2018. Χθες στη Φρανκφούρτη η τιμή της μετοχής της DB υποχώρησε αρχικά 5,8% και στη συνέχεια ανέκτησε κάπως το χαμένο έδαφος. Η γερμανική τράπεζα προβλέπει ότι το 2019 θα εμφανίσει ζημίες, όπερ σημαίνει ότι στα τελευταία πέντε χρόνια, τα τέσσερα είναι στο «κόκκινο». Εντούτοις, εκτιμά ότι το 2020 θα παρουσιάσει κέρδη. Αναφορικά, τώρα, με τα φετινά της έσοδα, αναμένεται να είναι λιγότερα από εκείνα του 2018.

Για την ιστορία να θυμίσουμε πως η Deutsche Bank, η μεγαλύτερη τράπεζα στη Γερμανία και από τις μεγαλύτερες στη Γηραιά Ηπειρο, είναι μία από τις σημαντικότερες στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα μαζί με τις αμερικανικές JPMorgan Chase, Bank of America και Citigroup. Ιδρύθηκε το 1870, αλλά τα τελευταία χρόνια δέχεται διαδοχικά και καίρια πλήγματα λόγω εμπλοκής της σε σκάνδαλα, αλλά και σε μη αποδοτικές δραστηριότητες. Εξού και ο Κρίστιαν Σέβινγκ, που ανέλαβε το 2018, βάζει βαθιά το μαχαίρι στο κόκαλο, επιδιώκοντας να την κάνει να ορθοποδήσει, να μειώσει δευτερεύουσες δραστηριότητες και να επικεντρωθεί σε όσες γνωρίζει καλύτερα. Ηδη πριν από αυτόν και άλλοι διευθύνοντες σύμβουλοι είχαν αποπειραθεί να το κάνουν, αλλά μάταια. Σε σημείωσή του προς το προσωπικό, ο Κρίστιαν Σέβινγκ παρατηρεί ότι ο κλάδος επενδυτικής τραπεζικής το δεύτερο τρίμηνο αντιμετώπισε σοβαρά θέματα, ένα εκ των οποίων αφορούσε και το ποιο θα είναι το μέλλον του – και αυτό θορύβησε την πελατεία του. «Τώρα, όμως, μπορούμε να ατενίζουμε το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία», τόνισε.

Tα προβλήματα της DB επιδεινώθηκαν στον υπέρτατο βαθμό το 2017. Οι αμερικανικές αρχές τής επέβαλαν πρόστιμο 7,2 δισ. δολάρια, εξαιτίας του ρόλου της στη διεθνή κρίση στεγαστικών δανείων. Φέτος τον Απρίλιο η τράπεζα διέκοψε τις διαπραγματεύσεις με την Commerzbank. Αμφότερα τα πιστωτικά ιδρύματα προσέβλεπαν σε μία συγχώνευση, η οποία θα τα βοηθούσε να εξορθολογίσουν τις δραστηριότητές τους. Μετά, η Deutsche Bank ασχολήθηκε με τον βραχίονα επενδυτικής τραπεζικής της και αποφάσισε να κάνει δραστικές περικοπές, αλλάζοντας γραμμή πλεύσης. Επί σειράν ετών είχε επιδιώξει να δημιουργήσει έναν πόλο, ο οποίος θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τις Goldman Sachs και Morgan Stanley στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού.