ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παγκόσμιος συναγερμός ενόψει νέου κύκλου ύφεσης

gkat_27_2208_page_1_image_0001--2

Η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το 2019, εξαιτίας του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας και της «τοξικής» αβεβαιότητας που έχει προκαλέσει μεταξύ των επιχειρήσεων, αναγκάζει τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών να εξετάσουν σοβαρά τι είδους μέτρα θα μπορούσαν να πάρουν ώστε να ενισχύσουν την οικονομία τους. Παράλληλα, η ΕΚΤ προειδοποιεί εδώ και μήνες τα κράτη-μέλη ότι αυτή τη φορά το μεγαλύτερο βάρος της προσπάθειας θα πρέπει να το καταβάλουν οι κυβερνήσεις μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι επικεφαλής των μεγάλων κεντρικών τραπεζών συναντώνται από αύριο στο ετήσιο συνέδριο της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας στο Γουαϊόμινγκ των ΗΠΑ. Παράλληλα, οι ηγέτες της ομάδας των επτά (G7) πιο ανεπτυγμένων οικονομιών θα συναντηθούν στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου στο γαλλικό θέρετρο του Μπιαρίτζ προσπαθώντας να βρουν ελάχιστο κοινό τόπο σε θέματα εμπορίου και φορολογίας των ψηφιακών επιχειρήσεων, με τις προσδοκίες να είναι μικρές.

Oι κυβερνήσεις

Στο δημοσιονομικό μέτωπο η γερμανική οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα ύφεσης, καθώς το ΑΕΠ της χώρας συρρικνώθηκε κατά 0,1% το δεύτερο τρίμηνο, ενώ οι δείκτες επιχειρηματικής εμπιστοσύνης δείχνουν ότι η κατάσταση δεν θα βελτιωθεί τους επόμενους μήνες. Ο τομέας της μεταποίησης συρρικνώνεται από τις αρχές του έτους και έχει αρχίσει να παρασύρει και τον τομέα των υπηρεσιών, που εξακολουθεί, ωστόσο, να επεκτείνεται. Ετσι, η γερμανική κυβέρνηση προετοιμάζει τις δύο τελευταίες εβδομάδες την κοινή γνώμη της χώρας για την προοπτική να χαλαρώσει τη δημοσιονομική πολιτική της αυξάνοντας τις δαπάνες ενδεχομένως μέχρι κατά 50 δισ. ευρώ ή περίπου 1,5% του γερμανικού ΑΕΠ. Τουλάχιστον αυτό υπονόησε την προηγούμενη Κυριακή ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς. Μερικές ημέρες νωρίτερα, η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ είχε αφήσει για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας λέγοντας ότι «προς το παρόν» δεν απαιτείται κάτι τέτοιο και προσθέτοντας πως η κυβέρνηση θα αντιδράσει «ανάλογα με την κατάσταση». Στα πιθανά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας περιλαμβάνονται οικονομικά κίνητρα για ενίσχυση της αποδοτικότητας κτιρίων, αντικατάσταση παλαιών οχημάτων και ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής.

Το Βερολίνο διαθέτει το δημοσιονομικό περιθώριο να αυξήσει τις δαπάνες και τον δανεισμό του, ωστόσο περιορίζεται από το λεγόμενο «φρένο χρέους» που υπάρχει στο σύνταγμα της χώρας και από τη γενικότερη κουλτούρα λιτότητας που κυριαρχεί στη Γερμανία. Συνεπώς, πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανό ότι η κυβέρνηση Μέρκελ δεν θα προσπαθήσει να προλάβει την ύφεση, αλλά περιμένει μέχρι η κατάσταση να επιδεινωθεί προτού αναλάβει δράση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οικονομία αναπτύσσεται με σαφώς υψηλότερο ρυθμό απ’ ό,τι στην Ευρωζώνη, ωστόσο οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες θεωρούν ότι έχουν αυξηθεί στο 35% οι πιθανότητες να σημειωθεί ύφεση τα επόμενα δύο χρόνια. Ο Λευκός Οίκος εξετάζει πιθανά μέτρα για την ενίσχυση της οικονομίας, καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2020 και ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει ότι οι μοναδικοί πρόεδροι των ΗΠΑ που απέτυχαν να επανεκλεγούν στη σύγχρονη εποχή (Χούβερ, Κάρτερ και Μπους) είχαν πέσει θύματα της οικονομικής ύφεσης. Στα πιθανά μέτρα περιλαμβάνεται μείωση της φορολογίας εισοδήματος και κατάργηση ορισμένων δασμών.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει ήδη εγκρίνει από τον Δεκέμβριο του 2018 μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας συνολικού ύψους 17 δισ. ευρώ προσπαθώντας να ικανοποιήσει τους διαδηλωτές των «κίτρινων γιλέκων». Ωστόσο, τα δημοσιονομικά περιθώρια της Γαλλίας είναι περιορισμένα, διότι το δημοσιονομικό της έλλειμμα το 2019 είναι πολύ πιθανό να είναι υψηλότερο από το όριο του 3% του ΑΕΠ. Σε σαφώς δυσκολότερη θέση βρίσκεται η Ιταλία, η κυβέρνηση συνεργασίας της οποίας κατέρρευσε την Τρίτη, αν και ο πρόεδρος της χώρας Σέρτζιο Ματαρέλα έχει ήδη αρχίσει συνομιλίες με τα κόμματα, ελπίζοντας να αποτρέψει τη διενέργεια πρόωρων εκλογών. Και η ιταλική οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης, ωστόσο η σύγκρουση της Ρώμης με τις Βρυξέλλες για το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας και το δημόσιο χρέος της, που είναι περίπου 132% του ΑΕΠ, περιορίζει ασφυκτικά το περιθώριο κινήσεων των Ιταλών πολιτικών.

Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα καλύπτει τη Βρετανία, ο νέος πρωθυπουργός της οποίας, Μπόρις Τζόνσον, επιμένει ότι η χώρα του θα εγκαταλείψει την Ε.Ε. έως την 31η Οκτωβρίου ακόμη και χωρίς να έχει υπάρξει συμφωνία για τις μελλοντικές σχέσεις των δύο πλευρών. Ο Τζόνσον έχει εγκαταλείψει την πολιτική λιτότητας που εφάρμοζε το κόμμα του από το 2010 και από τα τέλη Ιουλίου, όταν και ορίστηκε πρωθυπουργός, ανακοινώνει μέτρα αύξησης των δαπανών της τάξεως των 2,2 δισ. ευρώ την εβδομάδα. Με το άτακτο Brexit να πλησιάζει όλο και περισσότερο, όμως, είναι εξαιρετικά αβέβαιο το αν η δημοσιονομική χαλάρωση του Τζόνσον θα αντισταθμίσει ουσιαστικά το οικονομικό πλήγμα που θα υποστεί η Βρετανία όταν θα χάσει την ελεύθερη πρόσβαση στη μεγαλύτερη εξαγωγική της αγορά, αυτή της Ε.Ε. Τέλος, και η Ισπανία αντιμετωπίζει πολιτική κρίση και είναι πιθανόν η χώρα να οδηγηθεί σε νέες πρόωρες εκλογές τον Νοέμβριο. Βέβαια, η ισπανική οικονομία αναπτύσσεται σαφώς ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά αν απαιτηθεί χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, θα είναι δύσκολο για την υπηρεσιακή κυβέρνηση Σάντσεθ να εγκρίνει σημαντικά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας.