ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βολές Αμερικανών CEO κατά Τραμπ για τον εμπορικό πόλεμο

mdf18683

Σε κλίμα αλλεπάλληλων ανατροπών και αιφνιδιασμών εξελίσσεται προς άγνωστη κατεύθυνση ο σινοαμερικανικός εμπορικός πόλεμος τις τελευταίες ημέρες. Μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε την Κίνα με κλιμάκωση, αργότερα προανήγγειλε πιο επιθετικούς δασμούς και λίγο αργότερα μίλησε σε συμφιλιωτικούς τόνους ισχυριζόμενος πως το Πεκίνο επιδιώκει επανέναρξη των συνομιλιών. Την ίδια στιγμή, πάντως, εντείνεται η ανησυχία του επιχειρηματικού κόσμου των ΗΠΑ, με τους επιχειρηματικούς κολοσσούς να επικρίνουν τις υπερβολικές εξουσίες του προέδρου στον τομέα του εμπορίου. Αντιμέτωπες τώρα με το ενδεχόμενο να τους απαγορευθεί η δραστηριοποίηση στην Κίνα, οι μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες σκέπτονται να αναστείλουν κάθε νέα επένδυσή τους εάν κλιμακωθεί η ένταση ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Μιλώντας από την Μπιαρίτζ της Γαλλίας, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη η σύνοδος του G7, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε πως το Πεκίνο ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με στελέχη της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας και ζήτησε επανέναρξη των εμπορικών συνομιλιών. Στο Πεκίνο, πάντως, ερωτώμενος σχετικά ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου  Εξωτερικού, Γκεν Σουάνγκ, δήλωσε πως δεν έχει υπόψη του να έχει μεσολαβήσει τέτοιο τηλεφώνημα. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, προανήγγειλε νέο γύρο συνομιλιών και για μία ακόμη φορά δήλωσε αισιόδοξος για την έκβασή του, προβλέποντας ότι «θα συνάψουμε συμφωνία» καθώς «θέλουν συμφωνία περισσότερο από όσο το θέλω εγώ». Τόνισε πως οι Κινέζοι «έχουν πληγωθεί πολύ άσχημα, αλλά καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι το σωστό και ότι αυτό πρέπει να κάνουν».

Δύο ημέρες νωρίτερα ακριβώς προτού φύγει για τη Γαλλία και τη σύνοδο του G7, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εκφράσει την πρόθεση να αυξήσει περαιτέρω τους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 250 δισ. δολάριων στο 30% από το 25%. Σε ό,τι αφορά, άλλωστε, τους δασμούς ύψους 10% που έχει προαναγγείλει ότι θα επιβληθούν από 1ης Σεπτεμβρίου σε κινεζικές εισαγωγές αξίας 300 δισ. δολαρίων, ανακοίνωσε ότι θα αυξηθούν στο 15%. Είχε, άλλωστε, επαναλάβει τη συνήθη κατηγορία κατά των Κινέζων τονίζοντας πως «έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, στις επενδύσεις και στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ, ενώ εμείς δεν έχουμε τα ίδια στη δική τους αγορά». Είχε μάλιστα απειλήσει να κλιμακώσει περαιτέρω τον εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο κηρύσσοντας κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, καθώς οι Κινέζοι «κλέβουν πνευματική ιδιοκτησία των ΗΠΑ αξίας από 300 έως 500 δισ. δολάρια ετησίως».

Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, άλλωστε, αντέδρασε στην απόφαση του Πεκίνου να αυξήσει κατά 10% τους δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 75 δισ. δολαρίων. Ανακοίνωσε ότι απαγορεύει στις αμερικανικές επιχειρήσεις να επενδύουν και να παράγουν στην Κίνα και τις κάλεσε να εγκαταλείψουν τη χώρα και να βρουν εναλλακτικές αγορές εξετάζοντας μεταξύ άλλων και τον επαναπατρισμό τους στις ΗΠΑ. Οι συνεχείς παρεμβάσεις του προέδρου στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες φαίνεται πως θορυβεί όλο και περισσότερο τις αμερικανικές εταιρείες. Σχολιάζοντας την απειλή Τραμπ να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης σχετικά με τον εμπορικό πόλεμο, ο Τζος Μπόλτεν, προεδρεύων του στρογγυλού τραπεζιού αμερικανικών επιχειρήσεων και πρώην στέλεχος της κυβέρνησης Τζορτζ Μπους, επισήμανε πως ο Αμερικανός πρόεδρος «έχει εκτεταμένες εξουσίες όταν επικαλεστεί θέμα εθνικής ασφάλειας και μπορεί να διακόψει το εμπόριο και να προκαλέσει τεράστια ζημία όχι μόνο στην Κίνα αλλά και στην παγκόσμια οικονομία και στην αμερικανική». Ο οικονομικός σύμβουλος του Λευκού, Λάρι Κάντλοου, επιχείρησε, πάντως, να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που προκάλεσαν οι απειλές του προέδρου. Μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο CBS, τόνισε πως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν προτίθεται να εμποδίσει άμεσα τις επενδύσεις στην Κίνα, απλώς «χρησιμοποίησε διατύπωση κάπως πιο σκληρή από το σύνηθες», ενώ απλώς ζητάει από τις αμερικανικές επιχειρήσεις να εξετάσουν την αποχώρησή τους από την Κίνα.