ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση επιτοκίων χωρίς αγορές ομολόγων εξετάζει η ΕΚΤ

meiosi-epitokion-choris-agores-omologon-exetazei-i-ekt-2335782

Οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης κλίνουν προς την υιοθέτηση δέσμης μέτρων χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής τον Σεπτέμβριο, ωστόσο δεν είναι σαφές αν θα αποφασιστεί και επανάληψη του προγράμματος αγοράς ομολόγων, εξαιτίας της αντίθεσης ορισμένων χωρών της Βόρειας Ευρώπης, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Reuters. Σε πρώτη φάση, φαίνεται να προκρίνονται μέτρα όπως μείωση του επιτοκίου δανεισμού, δέσμευση για διατήρηση των επιτοκίων δανεισμού σε χαμηλό επίπεδο για ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, και μηχανισμός ώστε να περιοριστεί η επίδραση των αρνητικών επιτοκίων στον ισολογισμό των τραπεζών.

Σύμφωνα με πέντε πηγές που επικαλείται το Reuters, πολλοί από τους κεντρικούς τραπεζίτες της Ευρωζώνης τάσσονται υπέρ της επανάληψης του προγράμματος αγοράς ομολόγων, πολιτική που έχει γίνει γνωστή ως ποσοτική χαλάρωση, καθώς κλιμακώνεται ο εμπορικός πόλεμος, επιβραδύνεται η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία και αυξάνονται οι πιθανότητες για χαοτική αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. Ωστόσο η αντίθεση στην επανάληψη της ποσοτικής χαλάρωσης, που εξέφρασαν τις προηγούμενες ημέρες οι κεντρικοί τραπεζίτες Γερμανίας, Ολλανδίας, Βελγίου και Αυστρίας, έχει περιπλέξει την κατάσταση, σύμφωνα με το Reuters. Τα λεγόμενα «γεράκια» της ΕΚΤ έχουν υποστηρίξει ότι η ενεργοποίηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων θα πρέπει να γίνει μόνο στην έσχατη περίπτωση, δηλαδή μόνο εάν απειληθεί η Ευρωζώνη με αποπληθωρισμό. Τον Αύγουστο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη είχε διαμορφωθεί μόλις στο 1%, ενώ η εντολή που έχει δοθεί στην ΕΚΤ είναι να τον διατηρεί «κάτω, αλλά κοντά στο 2%». Σύμφωνα με τις πηγές του Reuters, η επικρατούσα άποψη στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ είναι πως δεν υπάρχει λόγος να ανακοινωθούν σταδιακά τα μέτρα υποστήριξης της οικονομίας και του πληθωρισμού, παρά το γεγονός ότι αναμένεται να κλιμακωθεί η αβεβαιότητα γύρω από το Brexit. Ο Ολι Ρεν, κεντρικός τραπεζίτης της Φινλανδίας, έχει υποστηρίξει πρόσφατα πως η ΕΚΤ θα πρέπει να πείσει τις αγορές για την αποφασιστικότητά της, ανακοινώνοντας δέσμη μέτρων στη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου.

Κατά τις πηγές του Reuters, είναι ζωτικής σημασίας για την ΕΚΤ να επιτρέψει στην Κριστίν Λαγκάρντ, διάδοχο του Μάριο Ντράγκι, να χρησιμοποιήσει αυτή ορισμένα εργαλεία, δηλαδή την ποσοτική χαλάρωση, στην περίπτωση που το κρίνει απαραίτητο. Τρεις από τις πηγές ανέφεραν ότι η ΕΚΤ έχει περιθώριο να επαναλάβει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για περίπου ένα έτος προτού παραβιάσει τον δικό της κανόνα να μην αγοράζει πάνω από το ένα τρίτο των κρατικών ομολόγων ενός κράτους-μέλους της Ευρωζώνης. Η ΕΚΤ είχε υιοθετήσει αυτόν τον κανόνα το 2015, ώστε να μη βρεθεί στην ιδιαίτερα άβολη θέση να πρέπει να εμποδίσει, θεωρητικά, αναδιάρθρωση χρέους κράτους-μέλους της Ευρωζώνης. Μετά την ελληνική κρίση τα κρατικά ομόλογα που εκδίδουν οι χώρες της Ευρωζώνης περιλαμβάνουν ειδική ρήτρα που προβλέπει ότι η απόφαση του 75% των ομολογιούχων υπέρ αναδιάρθρωσης χρέους δεσμεύει και τους υπόλοιπους. Η ΕΚΤ δεν θα μπορούσε ποτέ να συμφωνήσει στο «κούρεμα» ομολόγων που είχε αγοράσει μέσω του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, οπότε επέλεξε να μη βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση περιορίζοντας τα ομόλογα που αγοράζει από κάθε χώρα.

Εκπρόσωπος Τύπου της ΕΚΤ αρνήθηκε να σχολιάσει τις πληροφορίες αυτές, ενώ οι πηγές του Reuters τόνισαν ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη καμία απόφαση και πως συνεχίζονται οι συζητήσεις για τα πιθανά μέτρα, περιλαμβανομένου και του μεγέθους της μείωσης του επιτοκίου δανεισμού. Σήμερα η ΕΚΤ επιβάλλει επιτόκιο -0,4% για την υπερβάλλουσα ρευστότητα που διατηρούν οι τράπεζες της Ευρωζώνης στην κεντρική τράπεζα. Οι επενδυτές προβλέπουν μείωση του επιτοκίου δανεισμού για τις τράπεζες κατά τουλάχιστον 10 μονάδες βάσης. Στο ζήτημα των κατευθυντήριων γραμμών που παρέχει η ΕΚΤ προς τους επενδυτές για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων δανεισμού, η κεντρική τράπεζα αναμένεται να αποκαλύψει σε ποιο ύψος θα πρέπει να έχει βρεθεί ο πληθωρισμός, ώστε να μπορέσει αυτή να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.