ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ξεκινούν εκ νέου τον Οκτώβριο οι διαβουλεύσεις ΗΠΑ – Κίνας

xekinoyn-ek-neoy-ton-oktovrio-oi-diavoyleyseis-ipa-amp-8211-kinas-2336050

Με κάποια αοριστία «στις αρχές Οκτωβρίου» συμφωνήθηκε η επόμενη συνάντηση μεταξύ των αντιπροσώπων ΗΠΑ και Κίνας, ώστε να διαπραγματευτούν για την επίλυση του εμπορικού πολέμου, όπως ανακοίνωσε χθες το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου. Μέχρι τότε θα αυξάνονται οι φόβοι για πρόκληση περαιτέρω επιβράδυνσης στην παγκόσμια οικονομία.

Τα αναρίθμητα σκαμπανεβάσματα στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας τους τελευταίους μήνες δεν αφήνουν το περιθώριο στους αναλυτές να εξαγάγουν ένα ασφαλές συμπέρασμα για τη σημασία της χθεσινής εξέλιξης. «Ούτε η Κίνα ούτε οι ΗΠΑ θέλουν να βρεθούν δακτυλοδεικτούμενες από τον υπόλοιπο κόσμο για την κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου και για τo πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία», εκτιμά ο Τσου Ξιαόμινγκ, διπλωμάτης και πρώην αξιωματούχος στο υπουργείο Εμπορίου Κίνας. «Αλλά η επικοινωνία μεταξύ των δύο δεν σημαίνει ότι βρίσκονται πιο κοντά σε συμφωνία ή ότι η στάση τους είναι πιο ήπια», καταλήγει ο Ξιαόμινγκ μιλώντας στο Bloomberg. Ορισμένοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ ανησυχούν ότι η Κίνα δεν θα συμφωνήσει στις απαιτήσεις της αμερικανικής πλευράς. Εξάλλου, ένας από τους παράγοντες που οδήγησε στην τελευταία ρήξη των δύο πλευρών, ήταν η απροθυμία της Κίνας να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις αυτές. «Ο εμπορικός πόλεμος έχει φτάσει σε ένα πραγματικό τέλμα – οι ΗΠΑ έχουν περισσότερα οικονομικά πλεονεκτήματα, ενώ το πολιτικό πλεονέκτημα της Κίνας είναι πιο εμφανές», όπως αναφέρεται σε άρθρο των Global Times, το οποίο απηχεί απόψεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης ότι και οι δύο πλευρές καλούνται να επιλέξουν: είτε θα συνεχίσουν αυτή τη ζημιογόνο για όλους κατάσταση, είτε θα συνάψουν μια συμφωνία που θα απαιτεί συμβιβασμό και από τις δύο.

Η τελευταία ενέργεια των δύο μερών έλαβε χώρα την πρώτη Σεπτεμβρίου, όταν ΗΠΑ και Κίνα αύξησαν αμφίδρομα τους δασμούς στις εισαγωγές. Στα άμεσα σχέδια της Ουάσιγκτον, από την πρώτη Οκτωβρίου, βρίσκεται η επιβολή δασμών στα εναπομείναντα εισαγόμενα προϊόντα από την Κίνα, ενώ προβλέπεται αύξηση δασμών και από τις δύο πλευρές στις 15 Δεκεμβρίου. Το τελευταίο θα μπορούσε να αποφευχθεί, εάν το Πεκίνο και η Ουάσιγκτον καταφέρουν μέχρι τότε να έρθουν σε συμφωνία. Οι δασμοί θα έχουν δυσμενέστερο αντίκτυπο στην Κίνα παρά στις ΗΠΑ, εκτιμά η Γκίτα Γκόπιναθ, επικεφαλής οικονομολόγος στο ΔΝΤ. «Εάν αυτές οι εντάσεις συνεχιστούν και η παγκόσμια οικονομία επιβραδυνθεί με ακόμη ταχύτερο ρυθμό απ’ ό,τι πιστεύουμε, τότε αυτό θα μπορούσε να αλλάξει την ψυχολογία των χρηματοπιστωτικών αγορών, στη συνέχεια την επιχειρηματική εμπιστοσύνη, οδηγώντας τέλος στην επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας», συμπλήρωσε η Γκόπιναθ μιλώντας στην τηλεόραση του Bloomberg. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι νέοι δασμοί που επιβλήθηκαν και αναμένεται να επιβληθούν μέχρι το τέλος του έτους θα προκαλέσουν τη μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ του 2020 κατά περίπου 0,8%. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,5% το 2019.

Ορισμένοι θέτουν ως άμεση προτεραιότητα σε αυτή τη φάση τον εφησυχασμό των αγορών, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω ζημία στις ΗΠΑ. Ηδη, η χώρα παρακολουθεί τον κλάδο της μεταποίησης να συρρικνώνεται και η ευθύνη αποδίδεται στους δασμούς του Τραμπ και στην αβεβαιότητα σχετικά με τον εμπορικό πόλεμο. Δεν είναι ακόμη βέβαιο εάν οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να διαπραγματεύονται βάσει της προκαταρκτικής συμφωνίας που είχαν συντάξει τον Μάιο.

Μείωση κόστους δανεισμού

Το Πεκίνο άφησε να εννοηθεί ότι θα επιβληθούν νέα μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεγάλης επιβράδυνσης το β΄ εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Ηδη οι Bank of America, Oxford Economics, UBS και Bloomberg Intelligence αναθεώρησαν επί τα χείρω τις προβλέψεις τους για την κινεζική ανάπτυξη του 2020 σε ποσοστό υπό του 6%. Δεδομένου ότι πολλοί αναλυτές βρίσκουν ανεπαρκή τα μέτρα ενίσχυσης που έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα, το Πεκίνο απαιτεί «έγκαιρη» εφαρμογή νέων οικονομικών μέτρων, όπως αναφέρει το Bloomberg. Καθ’ υποβολή της κινεζικής κυβέρνησης, αναμένεται η μείωση των ελάχιστων αποθεματικών των τραπεζών, ενώ η κεντρική τράπεζα καλείται να προβεί «γρηγορότερα» σε μέτρα για μείωση του πραγματικού κόστους δανεισμού από τις επιχειρήσεις. «Πρόκειται για την εντονότερη υπόδειξη για χαλάρωση από την αρχή του έτους», υποστηρίζει σε έκθεσή του ο Σονγκ Γιου, επικεφαλής οικονομολόγος στην Beijing Gao Hua Securities Co. «Τα προσδοκώμενα μέτρα αναμένεται να παράσχουν υποστήριξη στην πραγματική οικονομία, μειώνοντας την απειλή μιας αξιοσημείωτης επιβράδυνσης το β΄ εξάμηνο», συμπληρώνει ο Γιου. Ωστόσο, ο ίδιος τονίζει ότι θα εξακολουθήσει να υφίσταται αβεβαιότητα, ανάλογα με το πόσο θα ενισχυθεί η οικονομία. «Η κυβέρνηση έχει αντιληφθεί τις απειλές για την οικονομία και θέλει να τις καταστείλει. Αλλά και πάλι δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για πραγματική αλλαγή», εφαρμόζοντας μια περισσότερο επεκτατική πολιτική, όπως δήλωσε στο Bloomberg o Λούις Κουίτζ, επικεφαλής οικονομολόγος του Oxford Economics στο Χονγκ Κονγκ.