ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε χαμηλό 13 ετών τα έσοδα επενδυτικών τραπεζών

se-chamilo-13-eton-ta-esoda-ependytikon-trapezon-2336092

Τα έσοδα των ισχυρότερων επενδυτικών τραπεζών του κόσμου παρουσίασαν τη μεγαλύτερη πτώση 13ετίας κατά τη διάρκεια του α΄ εξαμήνου του 2019. Οπως διαπιστώνουν οι Financial Times, η υποχώρηση των εσόδων κατά 11% από την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι αποδίδεται στις γεωπολιτικές εντάσεις, στην επιβράδυνση της ανάπτυξης και στα χαμηλά επιτόκια, επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο τη χαμηλή κερδοφορία, που επισκιάζει τον κλάδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Τα έσοδα των 12 ισχυρότερων επενδυτικών τραπεζών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ διαμορφώθηκαν στα 76,8 δισ. δολάρια, διολισθαίνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2006, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας αναλύσεων Coalition.

Από όλες τις κατηγορίες επενδύσεων, τη δραματικότερη πτώση εμφάνισαν τα έσοδα από τη διαπραγμάτευση μετοχών, φθάνοντας το 17%. Απογοητευτική ήταν επίσης η εικόνα στη διαπραγμάτευση τίτλων σταθερού εισοδήματος και εμπορευμάτων. Εκεί μειώθηκαν τα έσοδα κατά 9%, μια πτώση που αποδίδεται κυρίως στις υποτονικές αποδόσεις των ομολόγων.

Υποψίες για μια συνολική πτώση των εσόδων στον κλάδο της επενδυτικής τραπεζικής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είχαν δημιουργηθεί από τα μεμονωμένα αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν από μεγάλους τραπεζικούς ομίλους. Παραδείγματος χάριν, τα έσοδα από τη διαπραγμάτευση μετοχών της γερμανικής Deutsche Bank υποχώρησαν κατά 32% και από τον τομέα σταθερού εισοδήματος της αμερικανικής JP Morgan κατά 18% εντός του β΄ τριμήνου του 2019. Εκτός δε των δραστικών μέτρων αναδιάρθρωσης που ανακοίνωσε πρόσφατα η Deutsche Bank, με επίκεντρο την κατάργηση 18.000 θέσεων εργασίας, συνολικές περικοπές κόστους 850 εκατ. ευρώ και χιλιάδες απολύσεις δρομολογούν οι γαλλικές BNP Paribas και Societe Generale.

Κατά τη διάρκεια του γ΄ τριμήνου τα έσοδα ακολουθούν διαφορετική πορεία ανάλογα με την κατηγορία επενδύσεων. Ο αναλυτής Κρίστιαν Μπόλου δηλώνει στους Financial Times πως ο όγκος διαπραγμάτευσης των μετοχών στις ΗΠΑ έχει σημειώσει άνοδο 5% αλλά σε άλλες αγορές του κόσμου έχει υποχωρήσει με διψήφια ποσοστά.

Μεγαλύτερη πρόκληση αντιμετωπίζουν οι επενδυτικές τράπεζες στην Ευρώπη, καθώς οι αγορές κεφαλαίου είναι μικρότερες και διασπασμένες. Δέχονται, επίσης, πιέσεις από τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών, την ψηφιοποίηση των επενδύσεων και τα αυστηρότερα κριτήρια για την κεφαλαιακή τους επάρκεια.

Αναλυτές της αγοράς τονίζουν στους επενδυτές πως η αναταραχή θα συνεχίσει να επικρατεί στις αγορές λόγω της κλιμάκωσης του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας, της αβεβαιότητας που επικρατεί για το Brexit και της επιβράδυνσης των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου. Αν και η ανάπτυξη στις ΗΠΑ παραμένει ισχυρή, κινείται σε χαμηλότερους ρυθμούς. Μεγαλύτερη ανησυχία επικρατεί για την πορεία της κινεζικής, της γερμανικής και της βρετανικής οικονομίας.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα των New York Times, οι επενδυτές έχουν ρευστοποιήσει τοποθετήσεις σε μετοχές 70 δισ. δολαρίων από τις αρχές του έτους μέχρι τον Ιούλιο. Παράλληλα έχουν καταγραφεί εισροές 260 δισ. δολαρίων στην αγορά αμερικανικών ομολόγων, διότι οι αποδόσεις τους είναι υψηλότερες σε σχέση με την Ευρώπη και την Ιαπωνία, όπου σε πολλές περιπτώσεις κινούνται ακόμη και με αρνητικό πρόσημο. Η μεγάλη αποστροφή του επενδυτικού κινδύνου ωθεί τους επενδυτές να συμβιβαστούν με τις υποτονικές αποδόσεις στις αγορές ομολόγων, παρά να υποστούν μεγάλες απώλειες από την πτώση του χρηματιστηρίου. Γι’ αυτό η τρέχουσα συγκυρία δεν ευνοεί την επενδυτική τραπεζική.