ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Γερμανία προετοιμάζεται για στήριξη της οικονομίας

i-germania-proetoimazetai-gia-stirixi-tis-oikonomias-2336809

Η Γερμανία έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει μια πραγματική οικονομική κρίση χρησιμοποιώντας «πολλά δισεκατομμύρια», δήλωσε χθες ο υπουργός Οικονομικών της χώρας Ολαφ Σολτς. Μπορεί το Βερολίνο να δηλώνει επισήμως ότι εξακολουθεί να εφαρμόζει την πολιτική ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, ωστόσο δημιουργεί παράλληλα τις τελευταίες εβδομάδες το κλίμα για υιοθέτηση πιο επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Τα τελευταία τρίμηνα η εξαρτώμενη από τις εξαγωγές γερμανική οικονομία έχει γλιτώσει την τεχνική ύφεση μετά βίας, ωστόσο τον οικονομικό ορίζοντά της εξακολουθούν να σκιάζουν σημαντικές απειλές, όπως η ενδεχόμενη κλιμάκωση εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας, η άτακτη αποχώρηση Βρετανίας από Ε.Ε. και η επιβολή αμερικανικών δασμών στις εισαγωγές αυτοκινήτων από την Ε.Ε. Αν μία από αυτές τις απειλές υλοποιηθεί, τότε το Βερολίνο πιθανότατα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την παραδοσιακή περιοριστική πολιτική· ωστόσο, για να το πράξει χωρίς μεγάλες αντιδράσεις, θα πρέπει να έχει εξηγήσει στην κοινή γνώμη ότι η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική δεν ισούται με αμάρτημα, τουλάχιστον όχι σε όλες τις περιπτώσεις.

Η γερμανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να αναλάβει δράση αν η τρέχουσα επιβράδυνση της οικονομίας εξελιχθεί σε πραγματική οικονομική κρίση, δήλωσε χθες ο Ολαφ Σολτς μιλώντας στο γερμανικό Κοινοβούλιο και προσθέτοντας ότι η εξαιρετική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα δημόσια οικονομικά της χώρας δίνουν στην κυβέρνηση σημαντικό περιθώριο κινήσεων.

«Είναι πολύ σημαντικό πως βρισκόμαστε στη θέση, χάρη στα εξαιρετικά οικονομικά θεμέλια που έχουμε σήμερα, να αντιμετωπίσουμε μια οικονομική κρίση με πολλά δισεκατομμύρια αν εκδηλωθεί στη Γερμανία και στην Ευρώπη». Η αλλαγή στη ρητορική που χρησιμοποιεί εσχάτως το Βερολίνο αναφερόμενο στην ενδεχόμενη υιοθέτηση πιο επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής αναδεικνύεται από την επόμενη φράση του Σολτς: «Πραγματικά θα το κάνουμε, είναι κεϊνσιανά οικονομικά, αν θέλετε να το θέσετε έτσι».

Μέχρι σήμερα η καγκελάριος Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών Σολτς έχουν αντισταθεί στην όλο και πιο ηχηρή έκκληση διεθνών οργανισμών και οικονομολόγων να αυξήσει η Γερμανία τις κρατικές της δαπάνες, ώστε όχι μόνο να αποτρέψει την εκδήλωση οικονομικής κρίσης, αλλά και να αυξήσει τις κρατικές επενδύσεις σε έργα υποδομής και για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, τομείς που υποφέρουν από χρόνια υποχρηματοδότηση. Ωστόσο, ήταν η Μέρκελ αυτή που είχε αφήσει για πρώτη φορά ανοικτό το ενδεχόμενο για χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής, δηλώνοντας στα μέσα Αυγούστου ότι η οικονομία «κινείται προς μια δύσκολη φάση» και πως η κυβέρνηση της θα αντιδράσει «ανάλογα με την κατάσταση». Είχε προσθέσει βέβαια πως δεν υπάρχει άμεση ανάγκη για λήψη μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Σολτς είχε αφήσει να εννοηθεί για πρώτη φορά ότι, σε περίπτωση κρίσης, η γερμανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να διαθέσει μέχρι και 50 δισ. ευρώ για να ενισχύσει την οικονομία.

Κατά τα άλλα, ο Σολτς επανέλαβε στη χθεσινή συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2020 ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να είναι προσηλωμένη στην πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, αν και έχει καταφέρει να περιλάβει σε αυτόν «πολλές επενδύσεις». Πρόκειται για «συμπαγή προϋπολογισμό που επιτυγχάνεται χωρίς νέο χρέος… Χρησιμοποιήσαμε το περιθώριο ελιγμών, είναι επεκτατικός προϋπολογισμός που περιλαμβάνει πολλές επενδύσεις», υποστήριξε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι πώς ακριβώς ορίζει η γερμανική κυβέρνηση την πραγματική οικονομική κρίση.

Εμπόδιο το «φρένο χρέους»

Η γερμανική κυβέρνηση δεν πρέπει μόνο να πείσει την κοινή γνώμη ότι, σε περίπτωση κρίσης, θα πρέπει να ανοίξει το πορτοφόλι της, αλλά πρέπει να βρει και τρόπους ώστε να παρακάμψει τη συνταγματική πρόβλεψη για μη δημιουργία νέου χρέους. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Reuters, το Βερολίνο εξετάζει το ενδεχόμενο να δημιουργήσει νέους δημόσιους οργανισμούς που θα μπορούσαν να εκδώσουν νέα ομόλογα για την υποστήριξη των επενδύσεων, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να παρακάμψει τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες της χώρας. Σύμφωνα με το σχέδιο για «σκιώδη προϋπολογισμό» που εξετάζει το Βερολίνο, τα νέα ομόλογα που θα εκδίδουν οι επενδυτικοί οργανισμοί δεν θα προσμετρώνται στο ομοσπονδιακό χρέος. Η γερμανική κρατική επενδυτική τράπεζα KfW υπολογίζει ότι η ζήτηση για νέες επενδύσεις από γερμανικούς δήμους ανέρχεται στα 135 δισ. ευρώ.

Το λεγόμενο «φρένο χρέους» επιτρέπει στην κυβέρνηση να εμφανίσει ομοσπονδιακό δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 0,35% του ΑΕΠ το πολύ. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε ποσό περίπου 12 δισ. ευρώ τον χρόνο, ωστόσο, αν ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το ποσοστό ανάπτυξης, τότε το Βερολίνο έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το χρέος του μόλις κατά 5 δισ. ευρώ τον χρόνο, σύμφωνα με το Reuters. Η δημιουργία, λοιπόν, νέων επενδυτικών οργανισμών θα επέτρεπε στη γερμανική κυβέρνηση όχι μόνο να αντιμετωπίσει την επιβράδυνση της οικονομίας, αλλά και να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι το κόστος δανεισμού της χώρας έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.