ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενστάσεις από τη Γερμανία για την αύξηση του προϋπολογισμού της Κομισιόν

Ενστάσεις από τη Γερμανία για την αύξηση του προϋπολογισμού της Κομισιόν

Διχογνωμία παρατηρείται στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία χρειάζεται ενισχυμένο προϋπολογισμό αφενός για να τονώσει την οικονομία αφετέρου για να αντεπεξέλθει στα προβλήματα της κλιματικής αλλαγής. Εντούτοις, τόσο η Γερμανία όσο και άλλες βορειοευρωπαϊκές χώρες-μέλη τάσσονται υπέρ του περιορισμού των δαπανών. Εξ ου και ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επισημαίνουν στο Reuters πως ενδεχομένως η Ε.Ε. να αναγκαστεί να αναθεωρήσει τα σχέδια για υψηλότερα κονδύλια, εάν δεν εξασφαλίσει γρήγορα ένα κλίμα συναινετικό και δεν έχει ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση μέχρι την εκπνοή της χρονιάς. Ο ευρωπαϊκός διοικητικός μηχανισμός χρηματοδοτείται από επταετή προϋπολογισμό, του οποίου το ύψος και οι στόχοι συχνά αποτελούν αφορμή για μακρά διελκυστίνδα ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Ωστόσο, όπως αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμά του το Reuters, αυτή τη φορά οι διαφορετικές απόψεις επί του προϋπολογισμού 2021-2027 θεωρούνται σοβαρότερες και, μάλιστα, σε μια συνθήκη πολύ πιο επισφαλή.

Η οικονομία της Ευρωζώνης εξασθενεί, η Γερμανία διατρέχει τον κίνδυνο να περιπέσει σε ύφεση και άλλες χώρες δείχνουν στασιμότητα. Επιπλέον, υπάρχει έντονη αβεβαιότητα λόγω της επικείμενης εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε., η οποία ίσως συντελεστεί χωρίς συντεταγμένο τρόπο. Η συναίνεση πρέπει εγκαίρως να επιτευχθεί, διότι θα πρέπει ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός να επιμεριστεί σε ετήσια βάση και σε ανάλογα προγράμματα, τα οποία επίσης απαιτούν σχοινοτενείς συζητήσεις. Πέρυσι, η Κομισιόν είχε προτείνει προϋπολογισμό περίπου 1,1 τρισ. ευρώ, ήτοι 1,11% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ε.Ε. Η εκτίμηση αυτή, όπως είναι λογικό, δεν περιλαμβάνει συνεισφορά από τη Βρετανία.

Το Βερολίνο διατυπώνει ενστάσεις, δεδομένου ότι η Γερμανία αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε. με την υψηλότερη συνεισφορά στον προϋπολογισμό. Αντιτείνει ότι οι δαπάνες θα πρέπει να φθάσουν στο 1% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος, ενώ αντίστοιχη προσέγγιση υιοθετεί η Σουηδία και η Ολλανδία. Οι Βρυξέλλες, πάντως, επισημαίνουν πως αν και ο τρέχων προϋπολογισμός φθάνει στο 1% του ΑΕΕ, ο επόμενος χρειάζεται αύξηση λόγω σχεδιασμού για τόνωση των επενδύσεων στην έρευνα, την ψηφιακή οικονομία, τους συνοριακούς ελέγχους και την άμυνα. Το Βερολίνο ισχυρίζεται πως το προτεινόμενο 1% του ΑΕΕ ήδη συνιστά αύξηση, εφόσον η συνεισφορά της Βρετανίας έχει αφαιρεθεί. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τώρα, μαζί με τις ευρωπαϊκές χώρες του Νότου και τις ανατολικοευρωπαϊκές τάσσονται σθεναρά υπέρ ενός πιο γενναιόδωρου προϋπολογισμού ύψους 1,3% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί πως σε επιμέρους ζητήματα, όπως η μετανάστευση και η αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, η Γερμανία θέλει υψηλότερες δαπάνες από όσες προτείνει η Κομισιόν, προσθέτοντας ότι ενδεχομένως ένας τρόπος να χρηματοδοτηθεί ο προϋπολογισμός θα ήταν η επιβολή φόρου στις συναλλαγές των κεφαλαιαγορών – και σε αυτήν τη φορολόγηση συμφωνεί και η Γαλλία.