ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπέρ αλλαγής οικονομικού μοντέλου ο Β. Σόιμπλε

yper-allagis-oikonomikoy-monteloy-o-v-soimple-2339426

Οταν ο ίδιος ο αρχιτέκτονας της πολιτικής ισοσκελισμένων προϋπολογισμών παραδέχεται ότι είναι καιρός να αναθεωρηθεί η πολιτική του, τότε ίσως κάτι να αλλάζει στη Γερμανία. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας και νυν πρόεδρος της Βουλής, δήλωσε την Τετάρτη το βράδυ πως οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες της χώρας πρέπει να αλλάξουν το οικονομικό μοντέλο της χώρας ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις νέες προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής οικονομίας. Χθες παρενέβη στην έντονη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται στη Γερμανία τους τελευταίους μήνες, για το αν θα πρέπει η Γερμανία να πάρει μέτρα υποστήριξης της οικονομίας και ενίσχυσης των δημόσιων επενδύσεων και η ίδια η καγκελάριος Μέρκελ. Μιλώντας στη Φρανκφούρτη, έδρα της ΕΚΤ, η Μέρκελ είπε ότι είναι καθήκον των κυβερνήσεων να μην εναποθέτουν υπερβολικό βάρος στην ΕΚΤ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ασπάζεται, τουλάχιστον μερικώς, την έκκληση Ντράγκι ότι «τώρα είναι η ώρα να αναλάβει τα ηνία η δημοσιονομική πολιτική».

Μιλώντας σε εκδήλωση στο Βερολίνο την Τετάρτη το βράδυ, ο Σόιμπλε είπε ότι η κυβέρνηση πρέπει να ισορροπήσει καλύτερα τρεις διαφορετικές πτυχές της βιώσιμης ανάπτυξης –την οικονομική,  την κοινωνική και την οικολογική– σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters. «Αυτό περιλαμβάνει το ρίσκο να σκεφτούμε νέα πράγματα έξω από το status quo», είπε ο υπουργός Οικονομικών των κυβερνήσεων Μέρκελ την περίοδο 2009-2017. «Μια προθυμία να αμφισβητήσει κανείς, σε κάποιο βαθμό, την ίδια του τη νοοτροπία, ενδεχομένως ακόμη και το παραδοσιακό μας μοντέλο –πρώτα απ’ όλα να αποταμιεύουμε, μετά να επενδύουμε τις αποταμιεύσεις– διότι φαίνεται πως δεν είναι αρκετά δυναμικό, δεδομένων των προκλήσεων στις οποίες πρέπει να απαντήσουμε», συνέχισε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. «Να είμαστε περισσότερο ευέλικτοι, περισσότερο θαρραλέοι, αλλά να μην το παρακάνουμε», είπε ο Σόιμπλε, καταλήγοντας ότι η κυβέρνηση πρέπει να εφαρμόζει μετριοπαθή δημοσιονομική πολιτική, αλλά να συνδυάζει μόνιμα την οικονομική με την οικολογική βιωσιμότητα.

Η γερμανική εξαγωγική οικονομία έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα από τον προστατευτισμό των ΗΠΑ, που υπονομεύει τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία ούτως ή άλλως έχει μεταφέρει το παγκόσμιο οικονομικό κέντρο περισσότερο προς τη νοτιοανατολική Ασία και την Κίνα. Η κυβέρνηση Μέρκελ έχει αυξήσει σε κάποιο βαθμό τις δημόσιες επενδύσεις το τελευταίο διάστημα αλλά όχι αρκετά ώστε να αποτρέψει τη σημαντική επιβράδυνση και να ενισχύσει την επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη. Νωρίτερα την Τετάρτη, ο επικεφαλής της Ενωσης Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) είχε αυξήσει την πίεση που ασκείται στο Βερολίνο, καλώντας την κυβέρνηση να εγκαταλείψει την πολιτική της μη αύξησης του δημόσιου χρέους, διότι μπορεί να δανειστεί με αρνητικά επιτόκια ενώ υπάρχουν τεράστιες ανάγκες για επενδύσεις. Ενας ακόμη υπέρμαχος της λιτότητας, ο Αξελ Βέμπερ, πρώην κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας και νυν πρόεδρος της UBS, δήλωσε την Τετάρτη στο Bloomberg ότι η γερμανική κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε δημοσιονομική χαλάρωση αντί να διατηρεί δημοσιονομικό πλεόνασμα. Σύμφωνα με το λεγόμενο «φρένο χρέους», που έχει περιληφθεί στο γερμανικό σύνταγμα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν επιτρέπεται να αυξήσει το δημόσιο χρέος κατά περισσότερο από 0,35% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά περίπου 5 δισ. ευρώ το 2020 και κατά 9,7 δισ. ευρώ αθροιστικά μέχρι το 2022, σύμφωνα με το Reuters.

Οριακή ανάπτυξη το 2019

Η γερμανική οικονομία πιθανότατα συρρικνώθηκε ξανά το τρίτο τρίμηνο, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκεται σε τεχνική ύφεση, σύμφωνα με το γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών DIW του Βερολίνου.

Προβλέπει πως το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,2% το διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, ενώ είχε συρρικνωθεί κατά 0,1% το δεύτερο τρίμηνο. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι ορίζουν την τεχνική ύφεση ως δύο συναπτά τρίμηνα με αρνητική ανάπτυξη.

Οι οικονομολόγοι του DIW αποδίδουν την πτώση του ΑΕΠ στην πτώση της μεταποιητικής δραστηριότητας που συνεχίζεται και το τρίτο τρίμηνο.

Παράλληλα, προειδοποιούν για σαφή επιβράδυνση της απασχόλησης, αν και οι μισθοί εξακολουθούν να αυξάνονται σε σημαντικό βαθμό. Το διαθέσιμο εισόδημα των Γερμανών και η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύονται χάρη στα δημοσιονομικά μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση Μέρκελ.

Για το σύνολο του 2019 το DIW Berlin προβλέπει ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας μόλις κατά 0,5%. Το γερμανικό Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Οικονομία IfW του Κιέλου προβλέπει ακόμη χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης για το 2019, μόλις 0,4%.

Στην περίπτωση που υπάρξει άτακτη αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, τότε το γερμανικό ΑΕΠ θα μειωθεί επιπλέον κατά 0,4%, σύμφωνα με το DIW Berlin. To 2018, η γερμανική οικονομία είχε αναπτυχθεί με ρυθμό 1,5%, το 2017 κατά 2,8% και το 2016 κατά 2,1%, με βάση τα στοιχεία της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας.