ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κληρονομιά Ντράγκι, τρεις λέξεις και 11 εκατ. θέσεις εργασίας

doc20191022--2

Με τρεις λέξεις, «whatever it takes», δηλαδή την περίφημη δήλωση πως θα κάνει «ό,τι κι αν χρειαστεί» για να σώσει το ευρώ, ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι επανέφερε το 2012 την ηρεμία στις αγορές ομολόγων, στήριξε πράγματι το ευρώ και την Ευρωζώνη και άφησε το αποτύπωμά του στην οκταετή θητεία του στο τιμόνι της κεντρικής τράπεζας. Οπως, όμως, επισημαίνει το Bloomberg, το σημαντικότερο επίτευγμά του είναι τα 11 εκατ. θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στην Ευρωζώνη μετά την κρίση χρέους. Ως επίτευγμά του αναφέρεται, παράλληλα, το ότι κράτησε την Ελλάδα στην Ευρωζώνη διατηρώντας ζωντανές τις τράπεζές της με τη χορήγηση ρευστότητας και καθιστώντας εφικτή τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας της.

Ο Μάριο Ντράγκι δεν μπορεί να πιστωθεί επιτυχία στον πρωταρχικό στόχο της πολιτικής του, την τόνωση του πληθωρισμού. Ούτε μπορεί στον ίδιο βαθμό να υπερηφανευτεί για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς αυτή είναι εξαιρετικά άνιση στην Ευρωζώνη και η χώρα του, η Ιταλία, εμφανίζει απογοητευτική πορεία. Μετά την Ελλάδα και την Κύπρο, που όπως υπογραμμίζει το Bloomberg φέρουν ακόμη τα σημάδια της σκληρής λιτότητας και των επικίνδυνων ρωγμών στο χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, η χώρα του Μάριο Ντράγκι έχει τη χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Σπανίως λοιπόν ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ χάνει την ευκαιρία να υπενθυμίσει τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της θητείας του και οι οποίες στήριξαν την ανάκαμψη και τις επενδύσεις. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των εξελίξεων στην Ευρωζώνη, όμως, δείχνει πως τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Η βελτίωση στην αγορά εργασίας ήταν επίσης άνιση όσο και η ανάπτυξη, με την Ελλάδα και την Ισπανία να έχουν μείνει πίσω, όπως και κάποιες άλλες μικρές χώρες, ενώ η Γερμανία έχει γνωρίσει μια θεαματική αύξηση των θέσεων εργασίας που είχε αρχίσει πριν από τη θητεία του Ντράγκι.

Ο πρωταρχικός στόχος της αντισυμβατικής πολιτικής που υιοθέτησε ο Μάριο Ντράγκι, δηλαδή των αρνητικών επιτοκίων, των φθηνών δανείων και της αγοράς ομολόγων, ήταν να δώσει ώθηση στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης. Στο μέτωπο αυτό μπορεί οριακά να πιστωθεί μόνον ότι κατόρθωσε να αποτρέψει τον αποπληθωρισμό, αλλά όχι και να επιταχύνει την αύξηση των τιμών. Στη διάρκεια της οκταετούς θητείας του, η αύξηση των τιμών στην Ευρωζώνη κυμάνθηκε κατά μέσον όρο στο 1,2%, σε επίπεδο δηλαδή σαφώς χαμηλότερο του στόχου του 2%. Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν, βέβαια, πως ο τόσο χαμηλός πληθωρισμός αποτελεί μυστήριο όχι μόνον για τον Ντράγκι αλλά γενικότερα για τους κεντρικούς τραπεζίτες. Οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο προσπαθούν επί χρόνια να κατανοήσουν γιατί η χαμηλή ανεργία και οι αυξανόμενοι μισθοί δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε πληθωριστικές πιέσεις.

Παράλληλα, πάντως, στη διάρκεια της θητείας Ντράγκι η ΕΚΤ προσπάθησε να τονώσει τον δανεισμό από τις τράπεζες στην πραγματική οικονομία, σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, και μάλλον τα έχει καταφέρει. Οι πιστώσεις αυξάνονται κατά 4%, με ρυθμό δηλαδή τριπλάσιο από εκείνον της αύξησης του ΑΕΠ. Από την πλευρά τους, πάντως, οι τράπεζες διαμαρτύρονται για τις επιπτώσεις των αρνητικών επιτοκίων που συμπιέζουν την κερδοφορία τους και προειδοποιούν πως ίσως αναγκαστούν να μειώσουν τον δανεισμό.

Μάταιες εκκλήσεις

Σε ώτα μη ακουόντων φαίνεται πως απευθύνονται οι εκκλήσεις του Μάριο Ντράγκι, ο οποίος ζητεί από τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δαπάνες προκειμένου να στηρίξουν την οικονομία. Οπως προκύπτει από ανάλυση της HSBC, στα σχέδια προϋπολογισμού που υπέβαλαν στην Κομισιόν οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης μόλις το 0,4% του ΑΕΠ της προορίζεται για αύξηση δαπανών και τόνωση της οικονομίας. Πρόκειται για ποσοστό μικρότερο και από το ήμισυ των δαπανών που απαιτούνται για να επιταχυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας και να προσεγγίσει το μακροπρόθεσμο δυναμικό της. Αυτή είναι η εκτίμηση του Φάμπιο Μπαλμπόνι, επικεφαλής των οικονομολόγων της HSBC, ο οποίος τονίζει ότι «η ΕΚΤ είναι στριμωγμένη στη γωνία». Και αυτό, γιατί οι εκκλήσεις Ντράγκι σε χώρες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία, να χαλαρώσουν τη δημοσιονομική τους πολιτική, δεν βρίσκουν ανταπόκριση και πιθανώς δεν θα βρουν ακόμη και αν τις επαναλάβει στη συνέντευξη Τύπου που θα παραχωρήσει αύριο για τελευταία φορά υπό την ιδιότητα του προέδρου της ΕΚΤ.  Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς αντέκρουσε τις πιέσεις για δημοσιονομική χαλάρωση, στο πλαίσιο της συνόδου του ΔΝΤ, όταν υποστήριξε πως η κυβέρνηση Μέρκελ έχει κάνει αρκετά, αλλά και ότι δεν βλέπει τον λόγο να κάνει περισσότερα. Σύμφωνα με τον Φάμπιο Μπαλμπόνι, η διάδοχος του Ντράγκι, Κριστίν Λαγκάρντ, «έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να πείσει τις χώρες με πλεονάσματα ότι πρέπει να αυξήσουν τις δαπάνες αλλά δεν έχει τρόπο να τους το επιβάλει, και ίσως η νομισματική πολιτική να αναλάβει και πάλι να στηρίξει την ανάπτυξη».