ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φίλιππος Σαχινίδης: Ατελείς θεσμοί και ο ανθρώπινος παράγων

ecb-hq-frankfurt

Την προηγούμενη εβδομάδα ολοκληρώθηκε η θητεία του διοικητή της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι. Η αποχώρησή του κληροδοτεί στη διάδοχό του μια δέσμη παρεμβάσεων στις οποίες προχώρησε κατά τη διάρκεια της θητείας του προκειμένου να διασφαλιστεί η οικονομική σταθερότητα στην Ευρωζώνη. Ενδεικτικά αναφέρω, μεταξύ άλλων, τη δήλωση «whatever it takes» για την προστασία του ευρώ, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αλλά και την υιοθέτηση αρνητικών επιτοκίων.

Ασφαλώς, η διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας στην Ευρωζώνη αποτελεί μέρος της καταστατικής εντολής που έχει η ΕΚΤ. Ωστόσο, οι επιλογές του Μάριο Ντράγκι συνεισέφεραν ταυτόχρονα και στην επιβίωση της ίδιας της Ευρωζώνης, αρμοδιότητα που εκ των πραγμάτων ανήκει στις πολιτικές της ηγεσίες.

Οι τελευταίες, όπως φάνηκε από πρόσφατη συνέντευξη του Μ. Ντράγκι, ήταν διατεθειμένες να διακινδυνεύσουν τη διάλυσή της αναλαμβάνοντας το πολιτικό ρίσκο εκδίωξης μιας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη δεν έχει σχετική πρόβλεψη. Η απάντηση του Μ. Ντράγκι στην προτροπή πολιτικού της Ευρωζώνης να αποκόψει η ΕΚΤ τις ελληνικές τράπεζες από τη χορήγηση ρευστότητας ήταν σαφής. Η εκδίωξη χώρας-μέλους είναι πολιτική απόφαση και δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί η ευθύνη αυτή στην ΕΚΤ.

Για να γίνει κατανοητή η βαρύτητα της απάντησης του Μ. Ντράγκι, αρκεί να συγκριθεί με τη στάση του προκατόχου του Ζαν-Κλοντ Τρισέ, ο οποίος με επιστολή του προς τον Ελληνα πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου στις 9 Απριλίου 2011 απειλούσε να αποκόψει τις ελληνικές τράπεζες από τη χορήγηση ρευστότητας στην περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση προχωρούσε σε «κούρεμα» του δημοσίου χρέους.

Η εμπειρία αυτή αναδεικνύει τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα σε συνθήκες κρίσης και ύπαρξης ατελών θεσμών. Ειδικότερα, η κρίση του 2008-2009 ανέδειξε πόσο ατελώς δομημένο ήταν το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης που εισήγαγε η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Από τα προαναφερθέντα είναι προφανής η διαφορά του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισαν τις προκλήσεις της κρίσης ο Μ. Ντράγκι και ο Ζ.-Κλ. Τρισέ. Η Ιστορία δεν γράφεται με «αν», αλλά αν ο Ντράγκι ήταν στη θέση του Τρισέ, ίσως η εξέλιξη της κρίσης να είχε άλλη δυναμική με μικρότερο κόστος για την Ελλάδα που όφειλε να προχωρήσει σε γενναία δημοσιονομική προσαρμογή.

Στις αρχές του 2009, η έναρξη της ελληνικής κρίσης έλαβε μια ολιγόμηνη αναβολή γιατί μόλις ανέβηκαν οι διαφορές στις αποδόσεις των ομολόγων των χωρών του Νότου, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Π. Στάινμπρουκ, με δήλωσή του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, διαβεβαίωσε ότι θα στηριχθούν οι χώρες που τα ομόλογά τους βρίσκονται στο επίκεντρο κερδοσκοπικών επιθέσεων. Αμέσως μετά τη δήλωσή του, άρχισε η αποκλιμάκωση της διαφοράς στις αποδόσεις των ομολόγων χωρών του Νότου.

Μήνες αργότερα, ο διάδοχός του Β. Σόιμπλε απέφυγε να κάνει ανάλογη δήλωση όταν άρχισαν να ανεβαίνουν οι διαφορές, μετά την αποκάλυψη τον Οκτώβριο του 2009 του μεγέθους του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της Ελλάδας. Αντίθετα, με τις δηλώσεις του πυροδοτούσε ακόμη περισσότερο το αρνητικό κλίμα. Στην ίδια γραμμή, ο Τρισέ ουδέποτε διανοήθηκε να δηλώσει «whatever it takes», ενώ ήταν κατηγορηματικά αντίθετος στο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους γιατί θα κινδύνευε η Ευρωζώνη. Στον αντίποδα, ο Μ. Ντράγκι ήταν σύμφωνος με την περικοπή του χρέους ήδη πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, όπως με διαβεβαίωσε ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ Β. Σόιμπλε σε συνάντησή μας τον Οκτώβριο του 2011.

Η Ευρώπη, μετά το ξέσπασμα της κρίσης, υιοθέτησε αρκετές δομικές αλλαγές προκειμένου να συμπληρώσει το ατελές θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης και να διορθώσει την ελαττωματική αρχιτεκτονική της, αλλά παρά ταύτα εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά.

Ο Μ. Ντράγκι, πριν από την αποχώρησή του, εν είδει παρακαταθήκης, προέτρεψε τους Ευρωπαίους ηγέτες να προχωρήσουν στην υιοθέτηση ενός ισχυρού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού προκειμένου να λειτουργεί σταθεροποιητικά σε περιπτώσεις κρίσεων και να συμπληρώνει την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη για αυτό, αν και είναι προφανές ότι η άσκηση νομισματικής πολιτικής έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της και δεν θα μπορέσει να συνδράμει αποτελεσματικά σε περίπτωση μιας νέας κρίσης. Το ερώτημα λοιπόν –και ταυτόχρονα πρόκληση– για την Κρ. Λαγκάρντ είναι αν και με ποιον τρόπο θα καλύψει τις θεσμικές ατέλειες σε μια επόμενη κρίση.

* Ο κ. Φίλιππος Σαχινίδης είναι πρώην υπουργός.