ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Είσοδο στον κόσμο της υψηλής ραπτικής επιχειρεί το Βερολίνο

gkat_32_0712_page_1_image_0001

H ατμομηχανή της Ευρώπης, η Μέκκα της σύγχρονης τέχνης, η ναυαρχίδα της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας και πολλοί ακόμη τίτλοι αποδίδονται στη Γερμανία. Είναι, όμως, δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η Γερμανία ήταν επίσης επίκεντρο της μόδας και μάλιστα ότι όφειλε την επιτυχία της αυτή σε χιλιάδες Εβραίους, οι οποίοι ίδρυαν και εργάζονταν σε βιομηχανίες ενδυμάτων υψηλής ραπτικής. Αυτός ο κόσμος της ένδυσης, που είχε χτιστεί στη Γερμανία και ιδίως γύρω από το Βερολίνο, καταστράφηκε ολοσχερώς από το ναζιστικό καθεστώς στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Την ελάχιστα διαδεδομένη συνεισφορά της εβραϊκής κοινότητας και της Γερμανίας στον κόσμο της μόδας προσπαθεί να αναβιώσει η εταιρεία Jandorf Holding. Πριν από περίπου 10 χρόνια, η Jandorf Holding ξεκίνησε να εντοπίζει τους κληρονόμους των ιδρυτών και να αγοράζει τα εμπορικά σήματα άλλοτε ηχηρών ονομάτων της γερμανικής μόδας, προκειμένου να τα αναβιώσει. Ακολουθώντας αυτή τη συνταγή και με την έγκριση του τρισέγγονου του Εβραίου ιδρυτή, τον προηγούμενο μήνα άνοιξε ξανά τις πόρτες του ένας από τους άλλοτε μεγαλύτερους οίκους υψηλής ραπτικής, ο οίκος Manheimer.

Ο οίκος Manheimer ιδρύθηκε το 1840 από τον Βαλεντίν Μάνχαϊμερ και ήταν τότε γνωστός ως «βασιλιάς των παλτό» για άνδρες και γυναίκες. Από την άλλη πλευρά, τα καινούργια προϊόντα, που φέρουν το ίδιο όνομα και προσφέρονται αποκλειστικά μέσω Διαδικτύου, είναι προφανώς προσαρμοσμένα στην εποχή, αλλά διατηρούν μιαν αίσθηση χλιδής και λάμψης. Σύμφωνα με την Jandorf Holding, τα ρούχα έχουν και μία επιπλέον γοητεία, τη μακρά και ιδιάζουσα ιστορία τους.

«Θα επαναφέρει την ανάμνηση, το στυλ, την κομψότητα της δεκαετίας του 1920 ή πρόκειται απλώς για ένα επιχειρηματικό τέχνασμα; Δεν ξέρω, αλλά ίσως είναι αρκετό για να μεταφέρουμε ένα μήνυμα στη νεότερη γενιά ότι αυτό είναι, τουλάχιστον, μέρος της ιστορίας τους», σχολίασε στους New York Times ο Ούβε Βέστφαλ, ο οποίος έχει συγγράψει βιβλίο σχετικά με τη συμβολή της Γερμανίας στον κόσμο της μόδας. «Η μετανάστευση του κλάδου των προϊόντων πολυτελείας στο Διαδίκτυο σημαίνει ότι η μάρκα έχει μεγαλύτερη σημασία και επομένως ότι η ιστορία της μάρκας έχει μεγαλύτερη σημασία»,  εκτιμά ο Λόθαρ Εκσταϊν, υψηλόβαθμο στέλεχος στην Jandorf Holding.

Ο Αντρέας Βάλεντιν, τρισέγγονος του Μάνχαϊμερ, ο οποίος παρευρέθη στα εγκαίνια του ανανεωμένου οίκου μόδας, επισήμανε πως οι περισσότεροι δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι τη Νύχτα των Κρυστάλλων, όταν οι ναζί έκαιγαν περιουσίες των Εβραίων, έκαιγαν επίσης πολλά ρούχα και υφάσματα. «Το 1933 υπήρχαν περίπου 2.700 πρώτης τάξεως παραγωγοί ενδυμάτων στο Βερολίνο. Μέχρι το 1939, υπήρχαν λιγότεροι από 150», εκτιμά o Βέστφαλ. Αλλοι υπολογίζουν ότι μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν απομείνει ακόμη λιγότερες βιομηχανίες ρούχων.

Με την αναβίωση ορισμένων οίκων υψηλής ραπτικής, η Jandorf Holding προσπαθεί όχι μόνο να διαδώσει μια άγνωστη πτυχή της γερμανικής ιστορίας, αλλά και να επαναφέρει τη χώρα σε κυρίαρχη θέση στον χώρο της μόδας. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το Βερολίνο μπορούσε να ανταγωνιστεί σε παραγωγή, σχέδιο και γοητεία τις πρωτεύουσες της μόδας, το Παρίσι και το Μιλάνο. «Είναι αρκετά εντυπωσιακό ότι τόσο καιρό μετά τον πόλεμο συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη σημασία της Γερμανίας στον κλάδο», δήλωσε στους New York Times ο Εκσταϊν. Πλέον, βέβαια, η πιο αξιοσημείωτη συμμετοχή της Γερμανίας στον κόσμο της μόδας θεωρείται η διοργάνωση της εβδομάδας μόδας στο Βερολίνο το 2007.

Η χώρα είναι τόσο αποξενωμένη από τον σχετικό κλάδο, ώστε παρατηρούνται και τάσεις φυγής από σχεδιαστές, οι οποίοι απέκτησαν φήμη εκτός Γερμανίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Γερμανού Καρλ Λάγκερφελντ, ο οποίος αναζητώντας μια καλύτερη καριέρα μετανάστευσε στο Παρίσι, όπου και έγινε σύμβολο για τη Chanel.